Σύννεφα που χαμογελούν και κλαίνε

της Παρασκευής Παπαστεργίου

Από μικρό παιδί μου άρεσε να παρατηρώ τα σύννεφα. Καθόμουν τις Κυριακές και γιορτές στο μικρό μας μπαλκονάκι και έγνεφα στους μικρούς μου ταξιδιώτες με τα παράξενα χρώματα και σχήματα. Άπλωνα το χέρι μου να τους φτάσω πάνω από την κεραμιδένια μας στέγη. Μα πρόφταιναν και μου ξεγλιστρούσαν. Κι άλλοτε πάλι μόλις προλάβαινα να ξεχωρίσω τη ζωγραφιά τους στον ουρανό άλλαζαν σχήμα και φτου κι από την αρχή. Αυτό ήταν το αγαπημένο μας παιχνίδι. Να ανακαλύπτουμε τις μορφές που έπαιρναν τα σύννεφα.

Όταν είχαν βαμβακένια υφή χαμογελούσαν. Την Ανατολή με το πορτοκαλοκόκκινο τους χρώμα ήταν σίγουρα χαρούμενα. Και τη δύση ντύνονταν την μελαγχολική διάθεση των μαβιάτικων δειλινών. Με το μολυβί τους χρώμα μάλωναν μεταξύ τους και ύστερα έκλαιγαν από τη στενοχώρια.

Τα παιδιά είναι σαν τα σύννεφα μεγαλώνουν και πετούν. Και εγώ μεγάλωσα. Ζω σε μια γκρίζα μεγαλούπολη που κρύβει τα σύννεφα, τα συναισθήματα και έχει αντικαταστήσει τους χτύπους της καρδιάς με το χτύπο του ρολογιού. Τα σύννεφα σε αυτή την ηλικία έχουν μετατραπεί σε σκέψεις. Μια πολιτεία με σύννεφα με παντελόνια ή στην καλύτερη περίπτωση εκθέματα ζωγραφικής αποτυπωμένα από γνωστούς καλλιτέχνες σε πανάκριβες τιμές.

Άλλοτε πάλι τα σύννεφα εμφανίζονται σε αυτή την πόλη με ριγέ στολές σαν και αυτές των φυλακισμένων. Ξεγλιστρούν από τα παράθυρα των γραφείων ή των εργοστασίων. Και τότε ανασηκώνω το βλέμμα αναζητώντας τα σύννεφα της παιδικής μου ηλικίας που χαμογελούσαν και έκλαιγαν. Αυτά τα σύννεφα που συναντώ τα Κυριακάτικα πρωινά της σχόλης. Και ταξιδεύω μαζί τους στην ομορφιά του κόσμου. Αλίμονο αν αναγκαστούμε να δουλεύουμε την Κυριακή. Ελπίζω να μην γίνουν όλες οι Κυριακές συννεφιασμένες. Αντισταθείτε. Γιατί την Κυριακή θέλουμε να ατενίζουμε τα σύννεφα.

Advertisements

Μια Κυριακή, λιγότερη

της Έλλης Μαύρου

Ξύπνησε σαν να ήταν μία οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας και με την ίδια πειθαρχία ετοιμάστηκε, για να πάει στη δουλειά. Γέμισε με ζεστό καφέ το θερμό – ποτήρι του. Φόρεσε το παλτό του και βγήκε στο δρόμο. Περπατώντας προς τη στάση του λεωφορείου, ο δρόμος ήταν έρημος και το μόνο που κινούνταν εκτός από τον ίδιο, ήταν ο πρωινός κρύος αέρας, μ’ όσα μάζευε κατά τόπους στο πέρασμα του. Το λεωφορείο έφτασε με καθυστέρηση εν αντιθέσει με τις προηγούμενες ημέρες. Ανέβηκε και διάλεξε μία θέση για να καθίσει, αφού ήταν σχεδόν άδειο. Γύρω του δεν κάθονταν οι συνήθεις, γνωστοί άγνωστοι επιβάτες, αλλά ξενυχτισμένοι απόλυτα άγνωστοι, που προσπαθούσαν να επιστρέψουν στο σπίτι τους, μετά από ένα ατελείωτο σαββατόβραδο που είχε αρχίσει εδώ και ώρα πια να γίνεται Κυριακή.

Έφτασε στο κατάστημα, το άνοιξε εκτελώντας με τη συγκεκριμένη σειρά τις διαδικασίες ανοίγματος και στάθηκε πίσω από το πάσο περιμένοντας τον πρώτο πελάτη της ημέρας. Είχε σημασία για τον ίδιο, το ποιος θα ήταν ο πρώτος πελάτης της ημέρας, αφού πίστευε όπως λέει και η παροιμία ότι «η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται». Αν θα ήταν κάποιος πελάτης που εύκολα θα κατέληγε σε κάποια αγορά ή που μετά από διαδοχικά αιτήματα κι αφού τον είχε αναγκάσει να ξεδιπλώσει ένα σωρό από ρούχα στο πάσο, αγόραζε με δυσκολία ή έφευγε λέγοντας κάτι του τύπου. «Ευχαριστώ πολύ! Τελικά θα ήθελα να το σκεφτώ περισσότερο πριν αποφασίσω». Ότι κάπως έτσι θα κυλούσε και το υπόλοιπο της ημέρας. Είτε με πελάτες που ήξεραν τι ήθελαν ν’ αγοράσουν, είτε με πελάτες που έπασχαν από σύνδρομο αναποφασιστικότητας. Του είχε περάσει ακόμη από το μυαλό ότι κάποιοι από αυτούς τους ανάποδους πελάτες το έκαναν επίτηδες κι ότι ίσως αποτελούσαν σπείρα που είχε στόχο να βασανίσει ανυποψίαστους πωλητές˙ έτσι για να περάσουν την ώρα τους.

Η ώρα είχε πάει έντεκα παρά τέταρτο και δεν είχε περάσει ούτε ένας πελάτης από την πόρτα του καταστήματος. Άρχισε να σκέφτεται όλα όσα θα είχε κάνει ως αυτήν την ώρα, αυτήν την ημέρα που ήταν Κυριακή, εάν δεν δούλευε και σήμερα. Μπορεί να ήταν χειμώνας, αλλά ο καιρός είχε γλυκάνει καθώς πλησίαζε το μεσημέρι. Κι ότι θα ήταν ωραία καμιά βόλτα με φίλους ή μόνος του. Αφού είχε γίνει σαν ξένος, έτσι ένιωθε και ας γνωρίζονταν χρόνια. Από τότε που ήταν παιδιά και ζούσαν την κάθε ημέρα σαν να ήταν Κυριακή, που ανακάτευαν τα πάντα και στεκόντουσαν στη μέση της ανακατωσούρας τους σαν να είχαν καταφέρει κάτι˙ να ξεφύγουν από τη ρουτίνα και την καταπίεση. Τότε όμως δεν είχαν να σκεφτούν νοίκι και λογαριασμούς. Από τότε που έσπαγαν τα μπουκάλια στο δρόμο έτσι για να σπάσουν κάτι. Μήπως και κατάφερναν να τρομάξουν έστω και για λίγο τους εαυτούς τους ή τους άγνωστους περαστικούς, από τον δυνατό θόρυβο κατά την πρόσκρουση τους στην άσφαλτο και σπάζοντας σε κομμάτια που σκορπίζονταν αριστερά και δεξιά. Τότε όμως δεν είχε σημασία το αριστερά και το δεξιά.

Πήρε την καπνοθήκη του και κάθισε κατάχαμα, έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε εκεί στο πάτωμα, τη στάχτη την πετούσε λες και βρισκόταν στο δρόμο. Με βλέμμα ανθρώπου που παρανόησε, σηκώθηκε με το τσιγάρο στο στόμα κι άρχισε να ξεδιπλώνει και να πετάει στον αέρα μπλούζες και πουλόβερ που ποτέ δεν του άρεσαν, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί πουθενά. Ρούχα που φορούσε για να γίνει συμπαθής σ’ έναν ξένο, για το νοίκι και τους λογαριασμούς. Παρατώντας κάθε πρωί όλα όσα είχε αγαπήσει, όλα όσα είχε ερωτευτεί. Θυμήθηκε όλες εκείνες τις κοπέλες που άφησε ολομόναχες το πρωί για να πάει στη δουλειά κι έτσι μόνες τους έφευγαν στα γρήγορα χτυπώντας πίσω τους την πόρτα ενός ξένου σπιτιού, χωρίς καφέ κι ένα φιλί όλο υποσχέσεις.

Με το ραδιόφωνο πλέον στη διαπασών χοροπηδούσε πάνω σε μία στοίβα από μοδάτα ρούχα. Ρούχα γι’ αυτούς που δεν είχαν τίποτα καλύτερο να δείξουν για τον εαυτό τους, που χάρις σ’ αυτά θα ζούσαν. Που δεν ήταν ποτέ ζωντανοί. Ίσως ακόμα και να γεννήθηκαν νεκροί και γι’ αυτό αναζητούσαν μ’ εμμονή το ρούχο, που θα τους έκανε να φαίνονται ζωντανοί και με κάποιο τρόπο σημαντικοί στα μάτια των άλλων. Διαφορετικά γιατί να δυσκολεύεται κάποιος τόσο πολύ, για να διαλέξει μία μπλούζα;

Τη Δευτέρα μπαίνοντας στο κατάστημα βρήκε το αφεντικό του με δύο αστυνομικούς να συζητούν για την κατάσταση του χώρου. Μην μπορώντας να συγκρατηθεί για πολύ.
− Συγνώμη, ξέχασα να πληρώσω το νερό, επιστρέφω σε λίγο και τι χαμός είναι αυτός εδώ μέσα;
− Εχθές το βράδυ έγινε απόπειρα κλοπής από το παράθυρο της αποθήκης που βλέπει στον ακάλυπτο. Έχουμε πολύ δουλειά όταν επιστρέψεις. Α! Kαι μην ξαναβάλεις τόσο δυνατά τη μουσική, έκαναν παράπονα από πάνω.
Του απάντησε το αφεντικό του.

Ξανά βγήκε έξω στο δρόμο κι άρχισε να περπατάει βιαστικά. Κρύφτηκε σε μία στοά και παραδόθηκε στ’ ανείπωτα γέλια του.

(Η ιστορία είναι δημιούργημα φαντασίας στόχος της η προάσπιση της κυριακάτικης αργίας αλλά και το να μπούμε στη θέση κάθε πωλητή ή πωλήτριας που ταλαιπωρούμε καμιά φορά με τις παράλογες απαιτήσεις μας.)

Κενή ώρα

της Δήμητρας Φράγκου

Θα ήθελα να ‘χα βγει χτες

Να είχα συρθεί σε βρώμικα μπαρ και σε καταγώγια

Μέχρι να γίνω λιώμα

Και έπειτα

Λίγο πριν την αυγή

Να βρεθώ

Σ’ ένα λιβάδι με παπαρούνες

Να κυλιστώ ανάμεσα

Και να κρατήσω στα χέρια τις πιο όμορφες.

Και να ‘ρθω ύστερα

Αφού αραιώσουν οι ψαλμοί πάνω απ’ το πρόσωπό σου

Να στις αφήσω

Και να σου ψιθυρίσω καθώς κοιμάσαι

Φωτιά στα σαββατόβραδα.

Μα δεν μπορώ

Η ζωή πια

κάνει επανεκκίνηση κάθε μέρα

Έχω ξεχάσει

πώς γίνεται οτιδήποτε άλλο

Πέρα από τον καφέ που χτυπιέται μέσα στο μίξερ

Και το να επαναλαμβάνω μηχανικά

Ευχαριστώ πολύ

Καλή συνέχεια.

Κυριακή στο Αφγανιστάν

του Μίνου- Αθανάσιου Καρυωτάκη

Όλα ξεκίνησαν από το Πόρτλαντ του Μέιν, όταν δύο κουστουμαρισμένοι κύριοι με πλησίασαν μετά τη λήξη του σχολείου. Αν θυμάμαι καλά, ήταν Τρίτη. Μου μίλησαν για το χρέος που είχαν οι νέες γενιές απέναντι στην Αμερική και την ανάγκη που υπήρχε να βοηθήσω στον εκδημοκρατισμό των κοινωνιών όλων εκείνων των χωρών, που είχαν αποκλίνει από το μονοπάτι της ειρήνης και της ανάπτυξης. Μου είχαν εξηγήσει ότι αν πήγαινα στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θα εξασφάλισαν κάποιες κοινωνικές παροχές τόσο σε εμένα όσο και στην οικογένειά μου. Η αλήθεια ήταν ότι ποτέ δεν ήμασταν καλά οικονομικά. Σχεδόν πάντα υπήρχαν ελλείψεις στο σπίτι. Άσε που όταν αρρώσταινε κάποιος, αδυνατούσαμε να του προσφέρουμε ιατρική βοήθεια. Σχεδόν πάντα υπήρχε έλλειψη χρημάτων.

Κοίταξα τους δύο άντρες στα μάτια. Έγνευσα καταφατικά. Μου άρεσε η ιδέα ότι θα βοηθούσα στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ήταν κι εκείνη η τρελή ανάγκη για περιπέτεια που με οδήγησε στο να καταταγώ στον αμερικάνικο στρατό. Έτσι, βρέθηκα στα δεκαεννιά μου χρόνια στο Ιράκ.

Ο χρόνος κυλούσε κι εμείς σκοτώναμε όλο και περισσότερους δίχως να υπάρχει κάποιο αποτέλεσμα. Δεν ήταν τυχαίο, άλλωστε, ότι υπήρχαν αμέτρητες απώλειες άμαχου πληθυσμού. Ορισμένοι από εμάς έχαναν τον έλεγχο πότε – πότε και έκαναν πράγματα που δεν θέλω να θυμάμαι. Ακόμα κι εγώ ορισμένες φορές ξέφυγα. Δεν ξέχασα ποτέ εκείνα τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα και τα πυροβόλησα κατά λάθος. Πέντε ήταν κι όλα είχαν τη ζωή μπροστά τους.

Παλιά κατηγορούσα εκείνον τον γαμημένο μαλάκα που πέρασε ανάμεσά τους και δεν παραδόθηκε. Ωστόσο, ο χρόνος πέρασε και κατάλαβα ότι εγώ έφταιγα που είχαν πεθάνει. Βασικά, εγώ είχα πατήσει τη σκανδάλη. Εγώ τους είχα σκοτώσει.

Τα βράδια έχω εφιάλτες. Βλέπω όλους εκείνους που έχουν πεθάνει και καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκα στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος δεν κάνει καλό σε κανέναν. Ακόμα κι αν τελειώσει, δεν θα μπορέσουμε να γυρίσουμε πίσω. Δεν θα μπορέσουμε να προσαρμοστούμε. Κάμποσοι από εμάς παθαίνουν μετατραυματικό στρες και αυτοκτονούν, είτε περνάν το υπόλοιπο της ζωής τους με εφιάλτες. Όσο για τις παροχές του κράτους στους απόστρατους, είναι γελοίες. Άλλα μας υποσχέθηκαν κι άλλα κάνουν.

Όταν είχε βγει ο Ομπάμα, είχε πει ότι θα σταματήσει τον πόλεμο. Μέχρι και οι δικοί μου τον ψήφισαν, που ήταν ανέκαθεν Ρεπουμπλικάνοι. Ήθελαν να γυρίσω σπίτι. Τελικά, ο Ομπάμα βγήκε, αλλά δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Έστειλε το 80% των στρατευμάτων στο Αφγανιστάν. Εκεί υπήρχαν περισσότεροι τρομοκράτες. Έτσι, μας είπαν. Τουλάχιστον όταν πήγαμε εκεί, συμφωνήσαμε σαν ομάδα να μην αναλαμβάνουμε αποστολές τις Κυριακές. Κάποτε δεν δούλευε κανείς την Κυριακή. Τα τελευταία χρόνια, όμως, την κατήργησαν κι αυτή τη χαρά.

Ήθελα μια μέρα να ησυχάσω. Ήθελα χρόνο για να προσεύχομαι για όλους εκείνους που είχα σκοτώσει. Ήταν ένας τρόπος να κοιμάμαι λίγο καλύτερα τα βράδια. Ο Θεός ίσως να είναι το μοναδικό στήριγμα που μου έχει απομείνει. Τον Θεό τον εμπιστεύομαι και ελπίζω να με γλιτώσει απ’ αυτή την κόλαση. Λυπάμαι για όλους εκείνους που σκότωσα. Θέλω να γυρίσω σπίτι, ειδικά τώρα που πρέπει να δουλεύουμε ξανά και τις Κυριακές. Υπήρχε ένας πολύ άσχημος καβγάς μεταξύ μας. Ο υπεύθυνος μας ξεκαθάρισε ότι δεν γίνεται να είμαστε οι μοναδικοί που απολαμβάνουμε αυτό το ιδιόμορφο καθεστώς της Κυριακής.

Αυτή τη στιγμή πιάνω ξανά το αυτόματο. Έχουμε αποστολή στα βουνά. Είναι Κυριακή. Όλοι έχουμε κατεβασμένα μούτρα. Δεν μπορώ να σκοτώσω την Κυριακή, όχι πια. Είμαι ράκος. Δεν θέλω να προσεύχομαι πλέον για άλλα θύματα.

Σε πέντε λεπτά ξεκινάμε. Δεν μπορώ. Θα απαιτήσω να με στείλουν σπίτι. Θέλω πίσω τη μοναδική ημέρα της εβδομάδας που υπήρχε ειρήνη και ανάπαυλα. Θέλω πίσω τη μοναδική ημέρα που ένιωθα ξανά ζωντανός, που ένιωθα άνθρωπος.

Θεέ μου, σε εμπιστεύομαι. Δώσε μου πίσω την Κυριακή μου.

Βρώμα εργασίας

Λογοτεχνικό ψευδώνυμο: snol

Κυριακής πρωί, είσαι όμορφο, πολύ

εργασία, λάντζα, φόρμα, όλα λίγο πιο μακριά

μα πώς πέρασαν οι ώρες, κι έρχονται όλο πιο κοντά

ξημέρωμα Δευτέρας

 

σήμερα δεν πάω πουθενά

σήμερα θα πάει ο νους

εκδρομή εκεί που δε φορούν φόρμες εργασίας,

κομφόρμες καθωσπρέπειας-και-δουλοπρεπισμού

ή δουλοπρέπειας-και-καθωσπρεπισμού

το ίδιο είναι αυτά τα δυο

αλλιώς κι έτσι,

έτσι κι αλλιώς

 

εμφανίζεται μια ανθρωπόμορφη φιγούρα

και μου νεύει, να την ακολουθήσω

φαίνεται συμπάσχουσα η φιγούρα

και την ακολουθώ

γλίτωσα

 

όμως όχι

η φιγούρα με οδήγησε σε ένα μέρος γνωστό

βρωμάει μπαγιάτικο σθένος και εργασία

οι ιστάμενοι φορούν άρωμα εργασιομανίας

να μου λείπει

 

ο κανονισμός, εδώ, έχει ως εξής.

πέντε μέρες νηστεύει ο νους

και αν αντέχει πιο πάνω,

την έκτη, παίρνει αυτοκόλλητο επιβράβευσης

την έβδομη, μια πεπσι κόλα, δώρο

 

ο Μήτσος λέει πως χέστηκε, δεν πίνει πεπσι,

στο διάολο η έβδομη μέρα

και η Μάρα θα του πει πως, βρε μαλάκα, αυτή πίνει πεπσι,

αλλά στο διάολο η έβδομη μέρα

στο διάολο οι υπόλοιπες μέρες

στο διάολο και η πεπσι

 

κι εμείς θα ελευθερώνουμε τις φωνές μας

μέχρι να μας ελευθερώσουμε από τη δουλεία

ορθώνοντας.

λευτεριά τις Κυριακές

Της Κυριακής τα τριαντάφυλλα

της Βασιλικής Τσιαλκατούρα

Ποτέ την Κυριακή
το σώμα δεν λυγίζει μπροστά στα χνάρια της κουρασμένης ψυχής τα δάκρυα ποτέ δεν κυλάνε σαν καταρράκτες η μοναξιά κάνει χορό γύρω από ένα γεμάτο τραπέζι με καρέκλες και οι φιγούρες των προσώπων κόβουν βόλτες μπροστά από τα μάτια σου

ποτέ την κυριακή τα ρόδα γρατσουνάνε την καρδιά της παιδούλας που πεταρίζει η καρδιά της του γέρου που το ουρλιαχτό του λιονταριού δεν σπαει τα τζάμια της αδιαφορίας των μικρότερων

 

Άδεια Κυριακή

της Μαρίας Δημηροπούλου

Αριστοτέλους με Τσιμισκή γωνία. Κυρία μοιράζει προκήρυξη σε περαστικό κύριο.

-Τι σας πειράζει να δουλεύουμε, να βγάζουμε κανά φράγκο παραπάνω; Τι είναι δηλαδή η Κυριακή; Μια μέρα είναι όπως οι άλλες.
-Δεν είναι! Είναι η μέρα που πας βόλτα τα παιδιά σου.
-Δεν έχω παιδιά.
-Που μαγειρεύεις μαζί με το κορίτσι σου.
-Δεν έχω κορίτσι.
-Που αράζεις με τους φίλους σου.
-Δεν έχω φίλους.
-Είναι η μέρα που κοιμάσαι και χουζουρεύεις όσο θες.
-Δε μου κολλάει ύπνος.
-Ε ρε παιδάκι μου εσύ δεν τρώγεσαι!
-Ούτε η Κυριακή τρώγεται.
-Στα λόγια μου έρχεσαι!