Κυριακή

της Χριστίνας Σακαλή

Κυριακή

μια αχτίδα ήλιου

που χορεύει

ανάμεσα σε κατά λάθος

μισανοιγμένα παντζούρια

 

η γειτόνισσα

που χαϊδεύει

απαλά το χώμα

στις γλάστρες της

 

εικόνες

ήχοι

προπάντων ήχοι

Σσσσ κάνε ησυχία

σήμερα δεν θα ανοίξω το ραδιόφωνο.

 

Ποια άλλη μέρα μπορείς να ξεχωρίσεις

τα τιτιβίσματα πουλιών;

Τις καλημέρες των ανθρώπων;

 

Σπιτικό φτιαγμένο αμυγδαλόγαλα

καφές που ψήθηκε στη χαμηλή φωτιά

σερβιρισμένος με χαμόγελα.

 

Σσσσ σήμερα δεν θα ανοίξω το ραδιόφωνο.

Σήμερα δεν θέλω να ακούω

ούτε να σκέφτομαι.

Σήμερα μόνο να αφουγκράζομαι.

Εξάσκηση αισθήσεων.

 

Κυριακή

η πολύτιμή μας Κυριακή.

Για να σου κρατώ το χέρι

Λογοτεχνικό ψευδώνυμο: Μαργαρίτα Έψιλον

(για το αγόρι που γνώρισα μια Κυριακή κάτω από μια πόρτα)

Η Κυριακή είναι για να σου κρατάω το χέρι,

να σε γλείφω,

να ξυπνάμε μαζί και να ακούω το γέλιο σου.

Δεν είναι για τα αφεντικά.

Αυτούς που θέλουν να μας τα στερήσουν όλα αυτά, μαχόμενοι με λύσσα κάθε μέρα τον έρωτα.

Αυτούς που θέλουν να μας κλείσουν ξεχωριστά τη μία απ’ τον άλλο μέσα σε γκρίζα κουτιά να δουλεύουμε

Που δεν κοίταξαν ποτέ πραγματικά τα μάτια του συντρόφου τους.

Αυτές που δεν κατάλαβαν καν τι είναι Κυριακή!

Που δεν ένιωσαν τι είναι να κρατάς απλά το χέρι της άλλης.

 

Και σήμερα είναι Κυριακή αγάπη μου,

αλλά δε σου κρατάω το χέρι

Και χθες το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε μαζί και κρύωσα

Έλα λοιπόν την επόμενη Κυριακή να την περάσουμε μαζί

να κοιμηθούμε αγκαλιά από το προηγούμενο βράδυ,

να ξυπνήσουμε , να κάνουμε έρωτα,

κι ύστερα βόλτα στην παραλία

με τα πόδια μας γυμνά στην άμμο

και τα χέρια μας κρατώντας το ένα τ’ άλλο να φιλιούνται.

Κι έπειτα να πάμε στην πόλη και να γράψουμε συνθήματα στους τοίχους

γυμνές κρατώντας μόνο ένα πινέλο.

Επισφραγίζοντας κάθε σύνθημα με ένα μας φιλί.

Τι όμορφα θα είναι!

 

Γι αυτό κι εγώ θα παλέψω για σένα, για μας, για όλες.

Θα κατέβω στην πορεία

θα φωνάξω

θα γεμίσω την πόλη συνθήματα

δε θα δεχθώ ποτέ να δουλέψω Κυριακή

και σαν αντίδραση θα σε αγαπώ κάθε Κυριακή και περισσότερο

 

Για να μπορέσουν όλες οι ερωτευμένοι να πάνε μια βόλτα την Κυριακή στη θάλασσα,

να κοιταχτούν στα μάτια και να κρατήσουν απλά τα χέρια τους.

Γιατί Κυριακή σε γνώρισα, πριν δύο κιόλας χρόνια

γιατί μαζί σου, αγάπη μου γυμνή, κάθε μέρα είναι Κυριακή

Και σε αγαπώ κάθε Κυριακή και περισσότερο.

 

Κενή ώρα

της Δήμητρας Φράγκου

Θα ήθελα να ‘χα βγει χτες

Να είχα συρθεί σε βρώμικα μπαρ και σε καταγώγια

Μέχρι να γίνω λιώμα

Και έπειτα

Λίγο πριν την αυγή

Να βρεθώ

Σ’ ένα λιβάδι με παπαρούνες

Να κυλιστώ ανάμεσα

Και να κρατήσω στα χέρια τις πιο όμορφες.

Και να ‘ρθω ύστερα

Αφού αραιώσουν οι ψαλμοί πάνω απ’ το πρόσωπό σου

Να στις αφήσω

Και να σου ψιθυρίσω καθώς κοιμάσαι

Φωτιά στα σαββατόβραδα.

Μα δεν μπορώ

Η ζωή πια

κάνει επανεκκίνηση κάθε μέρα

Έχω ξεχάσει

πώς γίνεται οτιδήποτε άλλο

Πέρα από τον καφέ που χτυπιέται μέσα στο μίξερ

Και το να επαναλαμβάνω μηχανικά

Ευχαριστώ πολύ

Καλή συνέχεια.

Βρώμα εργασίας

Λογοτεχνικό ψευδώνυμο: snol

Κυριακής πρωί, είσαι όμορφο, πολύ

εργασία, λάντζα, φόρμα, όλα λίγο πιο μακριά

μα πώς πέρασαν οι ώρες, κι έρχονται όλο πιο κοντά

ξημέρωμα Δευτέρας

 

σήμερα δεν πάω πουθενά

σήμερα θα πάει ο νους

εκδρομή εκεί που δε φορούν φόρμες εργασίας,

κομφόρμες καθωσπρέπειας-και-δουλοπρεπισμού

ή δουλοπρέπειας-και-καθωσπρεπισμού

το ίδιο είναι αυτά τα δυο

αλλιώς κι έτσι,

έτσι κι αλλιώς

 

εμφανίζεται μια ανθρωπόμορφη φιγούρα

και μου νεύει, να την ακολουθήσω

φαίνεται συμπάσχουσα η φιγούρα

και την ακολουθώ

γλίτωσα

 

όμως όχι

η φιγούρα με οδήγησε σε ένα μέρος γνωστό

βρωμάει μπαγιάτικο σθένος και εργασία

οι ιστάμενοι φορούν άρωμα εργασιομανίας

να μου λείπει

 

ο κανονισμός, εδώ, έχει ως εξής.

πέντε μέρες νηστεύει ο νους

και αν αντέχει πιο πάνω,

την έκτη, παίρνει αυτοκόλλητο επιβράβευσης

την έβδομη, μια πεπσι κόλα, δώρο

 

ο Μήτσος λέει πως χέστηκε, δεν πίνει πεπσι,

στο διάολο η έβδομη μέρα

και η Μάρα θα του πει πως, βρε μαλάκα, αυτή πίνει πεπσι,

αλλά στο διάολο η έβδομη μέρα

στο διάολο οι υπόλοιπες μέρες

στο διάολο και η πεπσι

 

κι εμείς θα ελευθερώνουμε τις φωνές μας

μέχρι να μας ελευθερώσουμε από τη δουλεία

ορθώνοντας.

λευτεριά τις Κυριακές

Η Κυριακή έχει όνομα… Ευτυχία!

της Λιάνας Ζαχαρίου

Είχε βροχές και κρύο στην αρχή,

μα έσκαβα…

Μετά καιρό,

ήρθαν ήλιοι που καίγαν,

και συντρόφια μου είχα

ζουζουνητό από μέλισσες,

και γω εκεί,

σκυφτή να ανταμώνω

με της γης την αναγέννηση…

Είχε το χρώμα και την μυρωδιά

της ελπίδας, η δουλεμένη γης!!

Ήταν που τότε, το μπουμπούκι

έγινε καρπός,

ήτανε τότε που κατηφόρισα

χαρούμενη για το σπίτι…

Ήτανε τότε που την ευτυχία,

την πρωτοφώναξα .. Κυριακή!!

Κι αυτή η ευτυχία

που  Κυριακή την λένε,

είναι κατάκτηση αναφαίρετη,

σπορά των ζυμωμένων χρόνων,

με χώμα και με δάκρυ,

πορεία,

από της πρώτης νιότης μου

συνέχεια,

στο διάβα το αέναο…

Ένα δώρο Θεού

του Στέλιου Πελλάρα

23/1/2016

Την Κυριακή, ένας Θεός με είχε προστάξει

να έχω Ελεύθερη σαν Άγια αργία

γιατί εκεί, πάντα, θα γράφεται Ιστορία

κι όλο το χάος θα ταυτίζεται με τάξη

Εγώ στα λόγια του αυτά είχα γελάσει

ποτέ δεν πίστεψα σε δώρα ενός θεού

με έδερναν τότε τα σημεία του καιρού

και αυτά τα λόγια του, με πείσμα, είχα ξεχάσει

Μα τώρα η σκέψη μου, ξανά πίσω με πάει

όταν σε φώναζαν οι αρχαίοι Ηλιαία

μέρα θεών, απ’ τις εφτά η πιο μοιραία

όπου η οργή και η χαρά τους θα ξεσπάει

Μετά σε φέουδο ξανά, σε είχαν βαφτίσει

Μέρα Κυρίου και η πρώτη στη σειρά

για τη δουλεία ήσουν αιτία στα κρυφά

μα και ένα διάλυμα, του κόσμου να ξυπνήσει

Κι όντως στα χίλια οκτακόσια, το εγερτήριο

Πρώτη του Μάη, ξημέρωσε σα μύθος

και του εργάτη, η αξία και το ήθος

βρήκαν στην πίστη το μεγάλο ορμητήριο

Ύστερα θέλησε ο Θεός να επιστρέψει

πίσω στα πάτρια εδάφη με μανία

εκεί που γράφτηκε η πρώτη ιστορία

και του αστού τη μέγα τάξη να αναθρέψει

Έτσι στις αρχές, του εικοστού αιώνα

νίκησε ο λαός και η Ελλάδα

αφού κατέβηκαν στους δρόμους σαν αρμάδα

με λάβαρο την πίστη και μια μέρα προμαχώνα

Και φτάνω τώρα σε ένα βλάσφημο καιρό

που δώρα του θεού δε συλλογιέται

έμαθε μόνο στο χρήμα να κρατιέται

κι έχει το αύριο κατράμι, σκοτεινό

Μα στους θεούς, τα δώρα, πίσω δε γυρνάνε

θα είναι πάντα μια ευχή και μια κατάρα

που ες αεί θα ταλανίζει αυτή τη φάρα

που για μια Αγία Κυριακή θα πολεμάνε.

ΗΛΙΑΚΟ

της Αθανασίας Ρόβα

Στην πλατεία Αριστοτέλους,

στο ρολόι το ΗΛΙΑΚΟ

μεσημεράκι, Κυριακή,

μικρό κορίτσι στη σκηνή.

Κοντοκομμένα τα μαλλιά

και σταυροπόδι, δεν μιλά.

Το πρόσωπό της καθαρό,

όμορφη Κόρη στον καιρό.

ΠΕΡΑΣΑ ΤΡΙΣ για να την δω.

Την πρώτη είχε τα μάτια Χαμηλά.

Την Δεύτερη κοιτά μπροστά,

στη θάλασσα προσβλέπει με χαρά.

Στο ΓΥΡΙΣΜΑ, την έσχατη φορά,

είχε το βλέμμα Υψηλά.

Έβρεχε, σιγανά, ψιχαλιστά

ροδέλαιο μύριζε η ΣΤΟΑ.

ΔΙΑΒΑΤΕΣ, στοιχηθήκαμε σειρά,

Επαίτες για Μοσχοβολιά.