Το κόκκινο παγκάκι, ή μια Κυριακή με ανοιχτά καταστήματα

της Χριστίνας Σακαλή

Τη γνώρισε μια κρύα Κυριακή του Δεκέμβρη την εποχή του τρίτου μνημονίου. Σε κείνο το κόκκινο παγκάκι. Εκείνη, υπάλληλος σε κατάστημα με ρούχα της οδού Αγ. Σοφίας στη Θεσσαλονίκη. Εκείνος, μοναχικός περιπατητής που ξόδευε τις άδειες Κυριακές του χρόνου, μοιράζοντας τις ώρες του σε πεζοδρόμους, παγκάκια και πλατείες.

Είχε βγει έξω για δέκα λεπτά, να κάνει ένα τσιγάρο. Ήταν το διάλειμμά της, το μοναδικό του οχταώρου, στη 1.01 μ.μ. ακριβώς. Κάθισε στο κόκκινο παγκάκι δίπλα του. Κάθε τόσο, χουχούλιαζε τα χέρια της με την αναπνοή της και της πρόσφερε εκείνα τα γάντια που είχε, με το κομμένο ύφασμα στα δάχτυλα, για να μπορεί να πιάσει το τσιγάρο χωρίς να κρυώνει. Τον ευχαρίστησε και πιάσανε την κουβέντα.

Δούλευε κάθε Κυριακή στο κατάστημα, του είπε. Συνέπεια του νέου νομοσχεδίου για την απελευθέρωση της αγοράς και τη λειτουργία των καταστημάτων και τις 52 Κυριακές τον χρόνο, τον ενημέρωσε. Στην αρχή, εκείνος δεν έδωσε σημασία στο πολιτικό πλαίσιο της γνωριμίας τους. Κοιτούσε μόνο τα μάτια της, χλωμά από το κρύο αλλά συνέχεια χαμογελαστά. Αυτό, του έκανε εντύπωση.

Πρόλαβαν να πουν μόνο τα βασικά και το διάλειμμά της έφτασε στο τέλος του. 1.11, έπρεπε να επιστρέψει στο κατάστημα. Καλή συνέχεια, πρόλαβε μονάχα να της πει πριν χαθεί πίσω από τη στυλιζαρισμένη βιτρίνα του καταστήματος με την πινακίδα που έγραφε στα αγγλικά «You can have ANYTHING you want in life if YOU DRESS for it». Εξυπνακίστικο marketing, μονολόγησε από μέσα του, αλλά δεν κάθισε να το πολυσκεφτεί. Σηκώθηκε από το παγκάκι και βιάστηκε να φύγει. Στον δρόμο του γυρισμού έβαλε τα χέρια του στην τσέπη ψάχνοντας τα γάντια του και τότε συνειδητοποίησε ότι έλειπαν. Το βιαστικό 10λεπτο είχε πάρει μαζί του εκτός από εκείνη, και τα γάντια με το κομμένο ύφασμα.

Την επόμενη Κυριακή, ξαναπέρασε από το παγκάκι. 1 παρά 1 λεπτό ήταν εκεί και την περίμενε. Της πέταξε ότι ήρθε για να πάρει πίσω τα γάντια του αλλά το χαμόγελό του της περιέγραφε με ακρίβεια ότι είχε έρθει για να την ξαναδεί. Κάθησε μαζί του στο παγκάκι για άλλα 10 λεπτά. Τι να προλάβεις να χωρέσεις μέσα σε 10 αυστηρώς μετρημένα λεπτά; 1.11, και είχε χαθεί πάλι μέσα στο κατάστημα.

Οι επισκέψεις του πύκνωσαν και τις επόμενες Κυριακές. Τα 10λεπτα της γνωριμίας και των συζητήσεών τους πλήθαιναν, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό από 10λεπτα στιγμών χωρίς τέλος και συζητήσεων χωρίς μέση, αποτέλεσμα του χρόνου που δεν τους χαριζόταν και ενός νομοσχεδίου που οριοθετούσε τις ζωές τους σαν πιόνια σε σκάκι.

Μια Κυριακή του Μαΐου, ανοιξιάτικη πια, όταν επισκέφτηκε τον πεζόδρομο με το παγκάκι παρατήρησε με έκπληξη ότι το κατάστημα ήταν άδειο και σκοτεινό, σε αντίθεση με το παγκάκι του που ήταν φωτεινό και χρωματιστό. Ρώτησε τους διπλανούς μαγαζάτορες μήπως ήξεραν τι είχε συμβεί. «Μας χτύπησε η κρίση, τι τα θέλεις; Ο τζίρος είναι πολύ πεσμένος τους τελευταίους μήνες. Ο κόσμος δεν ψωνίζει, κόβει βόλτες και αν του περισσεύουν μερικά ψιλά, το πολύ πολύ να αγοράσει έναν καφέ στο χέρι να τον πιει σε κανένα παγκάκι. Οι δρόμοι γεμάτοι αλλά τα καταστήματα άδεια…» Κατάλαβα, κούνησε το κεφάλι και σκεφτικός, βγήκε από το κατάστημα.

Τι να έκανε; Δεν είχε τρόπο να τη βρει, και τι, να πάρει σβάρνα όλα τα καταστήματα της Θεσσαλονίκης να έβρισκε πού δούλευε τώρα; Κούνησε το κεφάλι, κάτι τέτοιο έμοιαζε μάλλον ανώφελο. Μόνη του ελπίδα το κόκκινο παγκάκι. Συνέχισε να το επισκέπτεται ανελλιπώς κάθε Κυριακή. Άλλωστε ήταν η μόνη μέρα που εκείνος δε δούλευε. Και αν εκείνη περνούσε από κει στα δικά της ρεπό; «Δεν έχει νόημα να τα σκέφτομαι αυτά τώρα», έκανε μια γκριμάτσα για να διώξει κάτι τέτοιες σκέψεις που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην κατάστασή του.

Μια Κυριακή που κατέβηκε στο κέντρο, είχε πλέον καλοκαιριάσει, τα καταστήματα ήταν κλειστά. Του έκανε εντύπωση, ο κόσμος γύρω ήταν χαρούμενος, τα παιδιά έπαιζαν, τα παγκάκια ήταν γεμάτα. Στον πεζόδρομο της Αγ. Σοφίας έπεσε πάνω σε μια μικροφωνική. Νίκη του κινήματος, φώναζαν τα μεγάφωνα, όχι πια δουλειά τις Κυριακές. Παραξενεύτηκε με τούτη την εξέλιξη αλλά ούτως ή άλλως δεν είχε ποτέ λεφτά για κυριακάτικα ψώνια ούτε δούλευε τις Κυριακές, οπότε δεν ένιωσε να επηρεάζεται από τις ξαφνικές πολιτικές εξελίξεις. Άλλωστε η πολιτική δεν ήταν κάτι που τον ενδιέφερε ποτέ ιδιαίτερα.

Επιτάχυνε το βήμα του και κατευθύνθηκε προς το παγκάκι του. Την είδε από μακριά, που καθόταν εκεί, σαν να τον περίμενε. Το παγκάκι ήταν φρεσκοβαμμένο και κατακόκκινο, όπως ο έρωτας. Κάθισε δίπλα της χωρίς να ελέγξει αν η μπογιά είχε προλάβει να στεγνώσει καλά. «Πάμε;» πριν προλάβει να της μιλήσει, του άπλωσε το χέρι της. Μέσα στην ανοιγμένη γροθιά της υπήρχε λίγο από το κόκκινο της φρέσκιας μπογιάς. «Πάμε.» Άφησαν πίσω τους τα σκοτεινά καταστήματα, τις σκλαβωμένες Κυριακές και τα μετρημένα 10λεπτα, και κατευθύνθηκαν προς την ελεύθερη θάλασσα.

Advertisements

Μια μέρα μα ποια μέρα..;

της Στέλλας Μεταξά

Ήταν Κυριακή πρωί. Δεν είχα βάλει ξυπνητήρι κι έτσι ξύπνησα με τις πρώτες ακτίνες που πέρασαν από τις γρίλιες του παραθύρου μου. Τι ωραία να σου χαϊδεύει ο ανοιξιάτικος ήλιος το μάγουλο… Τεντώθηκα νωχελικά και χάζεψα για κάνα πεντάλεπτο, ίσως δεκάλεπτο το λευκό ταβάνι.

Τι να έκανα σήμερα; Δεν είχα πλάνο. Είναι η μόνη μέρα της εβδομάδας, που της επιτρέπω απλά να συμβεί. Χωρίς πλάνο. Όλες οι άλλες έχουν άγχος, τρέξιμο, ρολόγια… Αυτή όχι. Κρατάει την ισορροπία, παραμένοντας πεισματικά χαλαρή και απρογραμμάτιστη. Σαν να βγάζει ευθαρσώς τη γλώσσα στις υπόλοιπες…

«Ας βγω, είπα, να περπατήσω στην παραλία. Είναι τόσο ωραία μέρα…» Ντύθηκα, ετοιμάστηκα, πήρα κι ένα κριτσίνι στο χέρι και βγήκα.

Ο φούρνος απέναντι από το σπίτι μου ήταν ανοιχτός. Περίεργο. «Αυτοί είναι πάντα κλειστοί τις Κυριακές», σκέφτηκα,» Τι έπαθαν σήμερα ? Ίσως έχουν ετοιμασίες. Ποιος ξέρει?». Έστριψα από τη γωνία και βγήκα στο δρόμο. Κίνηση, περαστικοί, αυτοκίνητα… «Μα τι γίνεται σήμερα; Γιατί τέτοιος χαμός; Είναι κανένας Μαραθώνιος;» Ανοιχτό και το φαρμακείο… «Θα εφημερεύει φαίνεται», αυτο- καθησυχάστηκα. Κι όμως, λίγο πιο κάτω ανοιχτό και το προποτζίδικο, και το μαγαζί με τις αντίκες..! «Απίστευτο! Πώς είναι δυνατόν; Μήπως δεν είναι Κυριακή; Μήπως μπερδεύτηκα και είναι Δευτέρα; Ω, Χριστέ μου! Θα με ψάχνουν στη δουλειά..! Πήγε κιόλας 11! Την έβαψα… Μα, δεν μπορεί. Ονειρεύομαι! Τώρα θα με τσιμπήσω και θα ξυπνήσω.»

Με τσίμπησα. Και τίποτα. Όλα ίδια. Δεν ήταν εφιάλτης… Ή μάλλον είναι. Εφιάλτης.

Η δημιουργία των 7 ημερών

του Χρήστου Καραντωνίου

Λίγο πριν από την ύπαρξη του κόσμου, ο Θεός βαριόταν και αποφάσισε να δημιουργήσει το σύμπαν για να περάσει η ώρα. Φυσικά, άσχετα με το τι λένε τα βιβλία, πριν δημιουργήσει το φως, έπρεπε να δημιουργήσει τον ίδιο τον χρόνο. Έφτιαξε λοιπόν για αρχή την Δευτέρα, έριξε μια γερή κλοτσιά στον χρόνο και αυτός άρχισε να κυλάει με εκνευριστική συνέπεια. Μετά ασχολήθηκε με το φως κ.τ.λ.

Την επόμενη μέρα, αφού έφτιαξε εκ του μηδενός την Τρίτη, ασχολήθηκε με την γη, τον ουρανό και τα νερά, δημιουργώντας έτσι το πρώτο και το μεγαλύτερο αυθαίρετο όλων των εποχών, αφού η ιδιοκτησία του ήταν όλη η ύπαρξη και δεν την είχε δηλωμένη πουθενά.

Την επόμενη μέρα ο Θεός ήταν κάπως κουρασμένος και αποσυντονισμένος, μιας και ονόμασε την Τρίτη ημέρα Τετάρτη, αλλά ήταν ένα μικρό πρόβλημα που δεν τον απασχόλησε και πολύ. Έφτιαχνε φυτά, μόνο που χρησιμοποίησε σχεδόν όλα του τα χρώματα στα λουλούδια και του έμεινε μόνο πράσινο και καφέ για τα υπόλοιπα, αλλά τα ξόδεψε και αυτά στα δέντρα. Παράλληλα φύτεψε και δυο χόρτα δίπλα στου παράδεισου την πόρτα, αλλά δεν ήταν και πολύ καλή καβάτζα, γιατί τα βρήκαν οι άγγελοι του και έκαναν και γαμώ το κεφάλι.

Το ξημέρωμα της επόμενης μέρας τον βρήκε να φτιάχνει πλασματάκια, κάτι που τον ευχαριστούσε πάρα πολύ. Έφτιαξε ψάρια και πουλιά. Πέρασε όλο του το απόγευμα να ακούει τα παράπονα του χταποδιού, γιατί, όχι μόνο το έκανε να είναι πεντανόστιμο, αλλά η μόνη άμυνα που του έδωσε ήταν το μελάνι, κάτι πολύ χρήσιμο για τις πένες, αλλά όχι αν θες να αποφύγεις να σε μαγειρέψουν με πένες.

Το βραδάκι έκατσε και έφτιαξε έντομα. Δημιούργησε την μέλισσα για να δείξει τις αρετές της ομαδικότητας και της σκληρής εργασίας. Έφτιαξε την πεταλούδα για να δείξει πως η ομορφιά μπορεί να κρύβεται παντού. Έφτιαξε και την πασχαλίτσα μόνο και μόνο για να μοιράζει χαμόγελα όπου προσγειώνεται, όταν ξαφνικά έλαβε ένα μήνυμα από την κοπέλα του. ‘’Δεν θέλω να βρισκόμαστε άλλο, καλύτερα να το λήξουμε’’, του έλεγε. Ο Θεός στεναχωρήθηκε πάρα πολύ γιατί του άρεσε τρομερά εκείνη η κοπέλα, μα δεν σταμάτησε να δουλεύει. Έφτιαξε τα κουνούπια, τις σφήγκες, τις μύγες και όλα τα άντε γαμήσου του κόσμου.

Την Παρασκευή ήταν λίγο πιο ήρεμος και συνέχισε να φτιάχνει ζωάκια. Προσπαθούσε να φτιάξει την διάθεσή του δημιουργώντας της γάτες, τα λαγουδάκια και τους σκύλους, αλλά συχνά –πυκνά έμπαινε η σκέψη της πρώην κοπέλας του και ο τρόπος που τον χώρισε στο μυαλό του και του ξέφευγε κανένα φίδι, κανένας αλιγάτορας και τέτοιες ομορφιές. Ωστόσο, έπαιρνε γρήγορα τον έλεγχο των πράξεών του και συνέχιζε τις δημιουργίες. Το τέλος της μέρας τον βρήκε να έχει φτιάξει μια απίστευτη ποικιλία πλασμάτων, άλλα όμορφα και θαυμαστά και άλλα αληθινούς, ζωντανούς εφιάλτες.

Το Σάββατο έφτιαξε ένα άβαταρ από χώμα και το αμόλησε να παίζει με τα ζωάκια του. «Είσαι κούκλος!» φώναζε στο άβατάρ του ο Θεός και αυτό έδειχνε να κολακεύεται. ‘’Μπορώ και καλύτερα’’, σκεφτόταν ο Θεός από μέσα του. ‘’Ίσως δοκιμάσω ξανά αργότερα’’.

Όταν είχε τελειώσει με το σύμπαν του, ο Θεός ήταν σωματικά και ψυχικά ράκος. Δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει και έτσι δημιούργησε την Κυριακή για να ξεκουραστεί. Και μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει; Όλοι δεν αξίζουν μια Κυριακή;

Και μετά ήρθαν οι τύψεις

του Γιάννη Τρουάντη

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει.[…]
Και ή πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει ή ομορφιά…
                                                                                                                                                                                 (Μάνος Χατζιδάκις)

«Γύ-ρι-σα!» ακούστηκε η φωνή του ρυθμική σαν τραγούδι. Αν ήξερε όμως τι θα ακολουθούσε δε θα ήταν τόσο ευδιάθετος.

«Μπαμπά, μπαμπά, κλείσε τα μάτια σου, σου έχω μια έκπληξη!», αναφώνησε στο άκουσμά του η οχτάχρονη κόρη του που έτρεξε να τον προϋπαντήσει και να εισπράξει μια αγκαλιά κι ένα φιλί.

«Καλώς τον!» τον υποδέχτηκε κι η σύζυγός του από την κουζίνα που μαγείρευε το δευτεριάτικο, για να συμπληρώσει από τη θέση της «Έχει ζεστό νερό, κάνε ένα ντουζάκι να χαλαρώσεις.»

Είχε ήδη βγάλει τα -παροπλισμένα για δώδεκα χρόνια- ορειβατικά του μποτάκια και περίμενε.
«Τα-νταχ!» φώναξε η μικρή κι έδωσε το σύνθημα για ν’ ανοίξει τα μάτια του· την αντίκρισε με κρεμασμένες στα κοντά χεράκια της τσάντες με ψώνια.

«Δες τι μου αγόρασε η νονά για την αυριανή γιορτή μου! Ήταν ανοιχτά τα μαγαζιά σήμερα!» είπε όλο χαρά.

Ένας κόμπος στο λαιμό, ένα πετάρισμα στα μάτια, ένα εξ οικείων βέλος στην καρδιά. Κατέφυγε στο μπάνιο προσποιούμενος ότι δεν κρατιέται. Όταν έμεινε μόνος πλησίασε το είδωλό του στον καθρέφτη που τον κοιτούσε αναγνωριστικά.

«Γιατί σήμερα;» μονολόγησε με καταβαραθρωμένο ηθικό προς τον καθρέφτη που τον κοίταζε αμίλητος.
Αναπόλησε την εξέλιξη της ημέρας. Τη λαχτάρα για την επανένωση -δώδεκα χρόνια μετά- της αναρριχητικής σχοινοσυντροφιάς που την είχε δέσει η αγάπη για τη φύση και ιδιαίτερα για το βουνό, την ακούσια απουσία της Ζωής που δεν μπόρεσε να ακούσει τη φωνή της καρδιάς της και να τους ακολουθήσει, καθώς ήταν προσφάτως προσληφθείσα σε εμπορικό κατάστημα που άνοιξε την Κυριακή, την ορειβασία που εξελίχτηκε σε συμμετοχή σε διαδήλωση ως έμπρακτη συμπαράσταση στη φίλη τους.

Γιατί έκριναν ότι αν δεν έκαναν αυτό που ο σύγχρονος ηθικός πολιτισμός επέβαλλε ως αυτονόητη υποχρέωση κι απόδειξη έμπρακτης αλληλεγγύης κι αγωνιστικής διάθεσης, δε θα είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν τη συνδρομή των άλλων όταν θα ερχόταν η σειρά τους να πληγούν -κι αυτό το τελευταίο ήταν τόσο βέβαιο όσο ο θάνατος, σε μια κοινωνία που υφίστατο συντριπτικά τις συνέπειες του καπιταλισμού της καταστροφής, με τους εκάστοτε κυβερνώντες, άβουλα υποχείρια ενός φαύλου συστήματος έξωθεν διακυβέρνησης.

Ξαφνικά, στη θέση του ειδώλου εμφανίστηκαν οι συνοδοιπόροι του, σαν ένορκοι που έχουν προειλημμένη την καταδικαστική απόφασή τους. Τι να απολογηθεί για το ακαταμάχητο γεγονός ότι την ώρα που αυτοί ομόθυμα εγκατέλειπαν στη μέση τον ορειβατικό περίπατο που με τόση όρεξη είχαν σχεδιάσει και κατέληγαν να διαδηλώνουν κατά της εργασίας την Κυριακή, το οικογενειακό του περιβάλλον τον εξέθετε ανεπανόρθωτα με τις κυριακάτικες αγορές του, θαρρείς και χάθηκαν οι άλλες μέρες ή τέλειωσαν οι εκπτώσεις;

Μετά εμφανίστηκε η Ζωή να κινδυνεύει να πνιγεί και παρά τις ικεσίες για βοήθεια κάποιο χέρι την έσπρωχνε όλο και πιο βαθιά.

Τότε αχνοφάνηκε μια αποκρουστική μορφή που του έμοιαζε αδρά κι ενστικτωδώς τραβήχτηκε πίσω.

Και μετά πάλι το είδωλό του βλοσυρό κι ασυγκίνητο αυτή τη φορά, έτοιμο να του αποδώσει κατηγορίες, δίκην εισαγγελέως.

«Τι αποκρουστικά θλιβερός είσαι!» ξεσπάθωσε.
«Υπεραμύνεσαι για μια αλληλέγγυα συμπεριφορά που επέδειξες συγκυριακά και παραπονιέσαι γιατί το παιδί σου -για την αγωγή του οποίου, άλλωστε, ΕΣΥ είσαι ο κύριος υπεύθυνος- δεν υιοθετεί μια συμπεριφορά που ποτέ δεν του δίδαξες. Παραβλέπεις πως αν δεν ήσουν με τους φίλους σου, το πιθανότερο είναι να συνοδεύατε οικογενειακώς τη μικρή και την αδελφή σου, νονά της, στην αγορά για να εκμεταλλευτείτε -τάχα- τα ανοιχτά μαγαζιά την Κυριακή· δε θα σκεφτόσουν διόλου πόσο αλλοτριωμένοι είστε, με τις προτεραιότητες που βάζετε, καθώς όχι μόνο δεν θα εκμεταλλευόσασταν τη μέρα για να πάτε μια βόλτα ή εκδρομή μέρα Κυριακή αλλά θα στερούσατε την ευκαιρία αυτή κι από άλλους που θα το ’θελαν αλλά θα ήταν όμηροι επισφαλών συνθηκών εργασίας. Μη γελιέσαι· ανήκεις και συ σ’ αυτούς που ζουν υποταγμένοι σε ξενόφερτα καταναλωτικά πρότυπα και είναι συνένοχοι -έστω από αμέλεια- στην επαναφορά συνθηκών εργασιακού μεσαίωνα με τη στήριξη στρεβλών πολιτικών για την εξυγίανση της επιχειρηματικότητας.»

Ξαφνικά βυθίστηκε σε σκοτοδίνη και δεν άκουγε πια το είδωλό του να συνεχίζει το δριμύ κατηγορώ του· αντίθετα, άκουσε τον εαυτό του να τραγουδά

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
μοίρασαν δώρα οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά
την πέμπτη μέρα.
………………………

«Μπαμπά, η μαμά ρωτάει αν είσαι καλά.» Απορροφημένος στις βασανιστικές σκέψεις του, άκουσε μόλις τη δεύτερη φορά την κόρη του να τον καλεί ανήσυχη χτυπώντας την πόρτα.

«Καλά είμαι, Αθανασία μου» είπε πιέζοντας τον εαυτό του να συμπεριφερθεί όσο πιο φυσιολογικά μπορούσε.

Βγήκε μετά λίγη ώρα, φανερά ανανεωμένος. Αφού ντύθηκε, πήγε και στάθηκε στην είσοδο του παιδικού δωματίου.

«Κυριακή, …ναι, σε σένα μιλώ δεσποινίς μου. Ξέχασες πως η νονά σου σου έδωσε κι αυτό το όνομα γιατί ήρθες στη ζωή τη μέρα που είναι αφιερωμένη στην αγία, έπειτα από μια περιπετειώδη εγκυμοσύνη της μαμάς; Από δω και πέρα, αποφάσισα τις Κυριακές να σε φωνάζω μόνο με το δεύτερο βαφτιστικό σου για να θυμόμαστε συνέχεια πόσο ξεχωριστή πρέπει να είναι αυτή η μέρα, όπως είσαι κι εσύ για μας. Λοιπόν, λέω την επόμενη Κυριακή να πάμε, όλοι μαζί, εκδρομή σε χιονοδρομικό!»
………………………………………………
Φεβρουάριος 2016

Σύννεφα που χαμογελούν και κλαίνε

της Παρασκευής Παπαστεργίου

Από μικρό παιδί μου άρεσε να παρατηρώ τα σύννεφα. Καθόμουν τις Κυριακές και γιορτές στο μικρό μας μπαλκονάκι και έγνεφα στους μικρούς μου ταξιδιώτες με τα παράξενα χρώματα και σχήματα. Άπλωνα το χέρι μου να τους φτάσω πάνω από την κεραμιδένια μας στέγη. Μα πρόφταιναν και μου ξεγλιστρούσαν. Κι άλλοτε πάλι μόλις προλάβαινα να ξεχωρίσω τη ζωγραφιά τους στον ουρανό άλλαζαν σχήμα και φτου κι από την αρχή. Αυτό ήταν το αγαπημένο μας παιχνίδι. Να ανακαλύπτουμε τις μορφές που έπαιρναν τα σύννεφα.

Όταν είχαν βαμβακένια υφή χαμογελούσαν. Την Ανατολή με το πορτοκαλοκόκκινο τους χρώμα ήταν σίγουρα χαρούμενα. Και τη δύση ντύνονταν την μελαγχολική διάθεση των μαβιάτικων δειλινών. Με το μολυβί τους χρώμα μάλωναν μεταξύ τους και ύστερα έκλαιγαν από τη στενοχώρια.

Τα παιδιά είναι σαν τα σύννεφα μεγαλώνουν και πετούν. Και εγώ μεγάλωσα. Ζω σε μια γκρίζα μεγαλούπολη που κρύβει τα σύννεφα, τα συναισθήματα και έχει αντικαταστήσει τους χτύπους της καρδιάς με το χτύπο του ρολογιού. Τα σύννεφα σε αυτή την ηλικία έχουν μετατραπεί σε σκέψεις. Μια πολιτεία με σύννεφα με παντελόνια ή στην καλύτερη περίπτωση εκθέματα ζωγραφικής αποτυπωμένα από γνωστούς καλλιτέχνες σε πανάκριβες τιμές.

Άλλοτε πάλι τα σύννεφα εμφανίζονται σε αυτή την πόλη με ριγέ στολές σαν και αυτές των φυλακισμένων. Ξεγλιστρούν από τα παράθυρα των γραφείων ή των εργοστασίων. Και τότε ανασηκώνω το βλέμμα αναζητώντας τα σύννεφα της παιδικής μου ηλικίας που χαμογελούσαν και έκλαιγαν. Αυτά τα σύννεφα που συναντώ τα Κυριακάτικα πρωινά της σχόλης. Και ταξιδεύω μαζί τους στην ομορφιά του κόσμου. Αλίμονο αν αναγκαστούμε να δουλεύουμε την Κυριακή. Ελπίζω να μην γίνουν όλες οι Κυριακές συννεφιασμένες. Αντισταθείτε. Γιατί την Κυριακή θέλουμε να ατενίζουμε τα σύννεφα.

Μια Κυριακή, λιγότερη

της Έλλης Μαύρου

Ξύπνησε σαν να ήταν μία οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας και με την ίδια πειθαρχία ετοιμάστηκε, για να πάει στη δουλειά. Γέμισε με ζεστό καφέ το θερμό – ποτήρι του. Φόρεσε το παλτό του και βγήκε στο δρόμο. Περπατώντας προς τη στάση του λεωφορείου, ο δρόμος ήταν έρημος και το μόνο που κινούνταν εκτός από τον ίδιο, ήταν ο πρωινός κρύος αέρας, μ’ όσα μάζευε κατά τόπους στο πέρασμα του. Το λεωφορείο έφτασε με καθυστέρηση εν αντιθέσει με τις προηγούμενες ημέρες. Ανέβηκε και διάλεξε μία θέση για να καθίσει, αφού ήταν σχεδόν άδειο. Γύρω του δεν κάθονταν οι συνήθεις, γνωστοί άγνωστοι επιβάτες, αλλά ξενυχτισμένοι απόλυτα άγνωστοι, που προσπαθούσαν να επιστρέψουν στο σπίτι τους, μετά από ένα ατελείωτο σαββατόβραδο που είχε αρχίσει εδώ και ώρα πια να γίνεται Κυριακή.

Έφτασε στο κατάστημα, το άνοιξε εκτελώντας με τη συγκεκριμένη σειρά τις διαδικασίες ανοίγματος και στάθηκε πίσω από το πάσο περιμένοντας τον πρώτο πελάτη της ημέρας. Είχε σημασία για τον ίδιο, το ποιος θα ήταν ο πρώτος πελάτης της ημέρας, αφού πίστευε όπως λέει και η παροιμία ότι «η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται». Αν θα ήταν κάποιος πελάτης που εύκολα θα κατέληγε σε κάποια αγορά ή που μετά από διαδοχικά αιτήματα κι αφού τον είχε αναγκάσει να ξεδιπλώσει ένα σωρό από ρούχα στο πάσο, αγόραζε με δυσκολία ή έφευγε λέγοντας κάτι του τύπου. «Ευχαριστώ πολύ! Τελικά θα ήθελα να το σκεφτώ περισσότερο πριν αποφασίσω». Ότι κάπως έτσι θα κυλούσε και το υπόλοιπο της ημέρας. Είτε με πελάτες που ήξεραν τι ήθελαν ν’ αγοράσουν, είτε με πελάτες που έπασχαν από σύνδρομο αναποφασιστικότητας. Του είχε περάσει ακόμη από το μυαλό ότι κάποιοι από αυτούς τους ανάποδους πελάτες το έκαναν επίτηδες κι ότι ίσως αποτελούσαν σπείρα που είχε στόχο να βασανίσει ανυποψίαστους πωλητές˙ έτσι για να περάσουν την ώρα τους.

Η ώρα είχε πάει έντεκα παρά τέταρτο και δεν είχε περάσει ούτε ένας πελάτης από την πόρτα του καταστήματος. Άρχισε να σκέφτεται όλα όσα θα είχε κάνει ως αυτήν την ώρα, αυτήν την ημέρα που ήταν Κυριακή, εάν δεν δούλευε και σήμερα. Μπορεί να ήταν χειμώνας, αλλά ο καιρός είχε γλυκάνει καθώς πλησίαζε το μεσημέρι. Κι ότι θα ήταν ωραία καμιά βόλτα με φίλους ή μόνος του. Αφού είχε γίνει σαν ξένος, έτσι ένιωθε και ας γνωρίζονταν χρόνια. Από τότε που ήταν παιδιά και ζούσαν την κάθε ημέρα σαν να ήταν Κυριακή, που ανακάτευαν τα πάντα και στεκόντουσαν στη μέση της ανακατωσούρας τους σαν να είχαν καταφέρει κάτι˙ να ξεφύγουν από τη ρουτίνα και την καταπίεση. Τότε όμως δεν είχαν να σκεφτούν νοίκι και λογαριασμούς. Από τότε που έσπαγαν τα μπουκάλια στο δρόμο έτσι για να σπάσουν κάτι. Μήπως και κατάφερναν να τρομάξουν έστω και για λίγο τους εαυτούς τους ή τους άγνωστους περαστικούς, από τον δυνατό θόρυβο κατά την πρόσκρουση τους στην άσφαλτο και σπάζοντας σε κομμάτια που σκορπίζονταν αριστερά και δεξιά. Τότε όμως δεν είχε σημασία το αριστερά και το δεξιά.

Πήρε την καπνοθήκη του και κάθισε κατάχαμα, έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε εκεί στο πάτωμα, τη στάχτη την πετούσε λες και βρισκόταν στο δρόμο. Με βλέμμα ανθρώπου που παρανόησε, σηκώθηκε με το τσιγάρο στο στόμα κι άρχισε να ξεδιπλώνει και να πετάει στον αέρα μπλούζες και πουλόβερ που ποτέ δεν του άρεσαν, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί πουθενά. Ρούχα που φορούσε για να γίνει συμπαθής σ’ έναν ξένο, για το νοίκι και τους λογαριασμούς. Παρατώντας κάθε πρωί όλα όσα είχε αγαπήσει, όλα όσα είχε ερωτευτεί. Θυμήθηκε όλες εκείνες τις κοπέλες που άφησε ολομόναχες το πρωί για να πάει στη δουλειά κι έτσι μόνες τους έφευγαν στα γρήγορα χτυπώντας πίσω τους την πόρτα ενός ξένου σπιτιού, χωρίς καφέ κι ένα φιλί όλο υποσχέσεις.

Με το ραδιόφωνο πλέον στη διαπασών χοροπηδούσε πάνω σε μία στοίβα από μοδάτα ρούχα. Ρούχα γι’ αυτούς που δεν είχαν τίποτα καλύτερο να δείξουν για τον εαυτό τους, που χάρις σ’ αυτά θα ζούσαν. Που δεν ήταν ποτέ ζωντανοί. Ίσως ακόμα και να γεννήθηκαν νεκροί και γι’ αυτό αναζητούσαν μ’ εμμονή το ρούχο, που θα τους έκανε να φαίνονται ζωντανοί και με κάποιο τρόπο σημαντικοί στα μάτια των άλλων. Διαφορετικά γιατί να δυσκολεύεται κάποιος τόσο πολύ, για να διαλέξει μία μπλούζα;

Τη Δευτέρα μπαίνοντας στο κατάστημα βρήκε το αφεντικό του με δύο αστυνομικούς να συζητούν για την κατάσταση του χώρου. Μην μπορώντας να συγκρατηθεί για πολύ.
− Συγνώμη, ξέχασα να πληρώσω το νερό, επιστρέφω σε λίγο και τι χαμός είναι αυτός εδώ μέσα;
− Εχθές το βράδυ έγινε απόπειρα κλοπής από το παράθυρο της αποθήκης που βλέπει στον ακάλυπτο. Έχουμε πολύ δουλειά όταν επιστρέψεις. Α! Kαι μην ξαναβάλεις τόσο δυνατά τη μουσική, έκαναν παράπονα από πάνω.
Του απάντησε το αφεντικό του.

Ξανά βγήκε έξω στο δρόμο κι άρχισε να περπατάει βιαστικά. Κρύφτηκε σε μία στοά και παραδόθηκε στ’ ανείπωτα γέλια του.

(Η ιστορία είναι δημιούργημα φαντασίας στόχος της η προάσπιση της κυριακάτικης αργίας αλλά και το να μπούμε στη θέση κάθε πωλητή ή πωλήτριας που ταλαιπωρούμε καμιά φορά με τις παράλογες απαιτήσεις μας.)

Κυριακή στο Αφγανιστάν

του Μίνου- Αθανάσιου Καρυωτάκη

Όλα ξεκίνησαν από το Πόρτλαντ του Μέιν, όταν δύο κουστουμαρισμένοι κύριοι με πλησίασαν μετά τη λήξη του σχολείου. Αν θυμάμαι καλά, ήταν Τρίτη. Μου μίλησαν για το χρέος που είχαν οι νέες γενιές απέναντι στην Αμερική και την ανάγκη που υπήρχε να βοηθήσω στον εκδημοκρατισμό των κοινωνιών όλων εκείνων των χωρών, που είχαν αποκλίνει από το μονοπάτι της ειρήνης και της ανάπτυξης. Μου είχαν εξηγήσει ότι αν πήγαινα στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θα εξασφάλισαν κάποιες κοινωνικές παροχές τόσο σε εμένα όσο και στην οικογένειά μου. Η αλήθεια ήταν ότι ποτέ δεν ήμασταν καλά οικονομικά. Σχεδόν πάντα υπήρχαν ελλείψεις στο σπίτι. Άσε που όταν αρρώσταινε κάποιος, αδυνατούσαμε να του προσφέρουμε ιατρική βοήθεια. Σχεδόν πάντα υπήρχε έλλειψη χρημάτων.

Κοίταξα τους δύο άντρες στα μάτια. Έγνευσα καταφατικά. Μου άρεσε η ιδέα ότι θα βοηθούσα στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ήταν κι εκείνη η τρελή ανάγκη για περιπέτεια που με οδήγησε στο να καταταγώ στον αμερικάνικο στρατό. Έτσι, βρέθηκα στα δεκαεννιά μου χρόνια στο Ιράκ.

Ο χρόνος κυλούσε κι εμείς σκοτώναμε όλο και περισσότερους δίχως να υπάρχει κάποιο αποτέλεσμα. Δεν ήταν τυχαίο, άλλωστε, ότι υπήρχαν αμέτρητες απώλειες άμαχου πληθυσμού. Ορισμένοι από εμάς έχαναν τον έλεγχο πότε – πότε και έκαναν πράγματα που δεν θέλω να θυμάμαι. Ακόμα κι εγώ ορισμένες φορές ξέφυγα. Δεν ξέχασα ποτέ εκείνα τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα και τα πυροβόλησα κατά λάθος. Πέντε ήταν κι όλα είχαν τη ζωή μπροστά τους.

Παλιά κατηγορούσα εκείνον τον γαμημένο μαλάκα που πέρασε ανάμεσά τους και δεν παραδόθηκε. Ωστόσο, ο χρόνος πέρασε και κατάλαβα ότι εγώ έφταιγα που είχαν πεθάνει. Βασικά, εγώ είχα πατήσει τη σκανδάλη. Εγώ τους είχα σκοτώσει.

Τα βράδια έχω εφιάλτες. Βλέπω όλους εκείνους που έχουν πεθάνει και καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκα στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος δεν κάνει καλό σε κανέναν. Ακόμα κι αν τελειώσει, δεν θα μπορέσουμε να γυρίσουμε πίσω. Δεν θα μπορέσουμε να προσαρμοστούμε. Κάμποσοι από εμάς παθαίνουν μετατραυματικό στρες και αυτοκτονούν, είτε περνάν το υπόλοιπο της ζωής τους με εφιάλτες. Όσο για τις παροχές του κράτους στους απόστρατους, είναι γελοίες. Άλλα μας υποσχέθηκαν κι άλλα κάνουν.

Όταν είχε βγει ο Ομπάμα, είχε πει ότι θα σταματήσει τον πόλεμο. Μέχρι και οι δικοί μου τον ψήφισαν, που ήταν ανέκαθεν Ρεπουμπλικάνοι. Ήθελαν να γυρίσω σπίτι. Τελικά, ο Ομπάμα βγήκε, αλλά δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Έστειλε το 80% των στρατευμάτων στο Αφγανιστάν. Εκεί υπήρχαν περισσότεροι τρομοκράτες. Έτσι, μας είπαν. Τουλάχιστον όταν πήγαμε εκεί, συμφωνήσαμε σαν ομάδα να μην αναλαμβάνουμε αποστολές τις Κυριακές. Κάποτε δεν δούλευε κανείς την Κυριακή. Τα τελευταία χρόνια, όμως, την κατήργησαν κι αυτή τη χαρά.

Ήθελα μια μέρα να ησυχάσω. Ήθελα χρόνο για να προσεύχομαι για όλους εκείνους που είχα σκοτώσει. Ήταν ένας τρόπος να κοιμάμαι λίγο καλύτερα τα βράδια. Ο Θεός ίσως να είναι το μοναδικό στήριγμα που μου έχει απομείνει. Τον Θεό τον εμπιστεύομαι και ελπίζω να με γλιτώσει απ’ αυτή την κόλαση. Λυπάμαι για όλους εκείνους που σκότωσα. Θέλω να γυρίσω σπίτι, ειδικά τώρα που πρέπει να δουλεύουμε ξανά και τις Κυριακές. Υπήρχε ένας πολύ άσχημος καβγάς μεταξύ μας. Ο υπεύθυνος μας ξεκαθάρισε ότι δεν γίνεται να είμαστε οι μοναδικοί που απολαμβάνουμε αυτό το ιδιόμορφο καθεστώς της Κυριακής.

Αυτή τη στιγμή πιάνω ξανά το αυτόματο. Έχουμε αποστολή στα βουνά. Είναι Κυριακή. Όλοι έχουμε κατεβασμένα μούτρα. Δεν μπορώ να σκοτώσω την Κυριακή, όχι πια. Είμαι ράκος. Δεν θέλω να προσεύχομαι πλέον για άλλα θύματα.

Σε πέντε λεπτά ξεκινάμε. Δεν μπορώ. Θα απαιτήσω να με στείλουν σπίτι. Θέλω πίσω τη μοναδική ημέρα της εβδομάδας που υπήρχε ειρήνη και ανάπαυλα. Θέλω πίσω τη μοναδική ημέρα που ένιωθα ξανά ζωντανός, που ένιωθα άνθρωπος.

Θεέ μου, σε εμπιστεύομαι. Δώσε μου πίσω την Κυριακή μου.