,

της Γιούλης Ρέτσα

 

(ΕΣ. Σκηνή από δωμάτιο νοσοκομείου. Ένας αντρας σε κώμα στο κρεβάτι. Γύρω του μία γυναίκα και δύο νεαρές κοπέλες. Ακούγεται ο ήχος από το μηχάνημα υποστήριξης ζωτικών λειτουργιών. Ακούγεται η φωνή του άντρα ηχογραφημένη.)

 

ΆΝΤΡΑΣ

Καθόμασταν όλοι μαζί όπως πάντα μπροστά από την οθόνη.Γελούσαμε. Όπως τις Κυριακές. Κλαίνε.

Εγώ αραχτός στο κρεβάτι . Αστειευόμασταν. Η γυναίκα μου στην πολυθρόνα. Θλίβονται. Οι κόρες μου στο πάτωμα. Στο χαλί.

Αγωνία… Η αιώνια αγωνία της γυναίκας μου να μη λερωθεί το χαλί. Δεν ήταν ακριβό, είχε συναισθηματική αξία. Για τη γυναίκα μου όλα έχουν συναισθηματική αξία.

 

Πολλές φορές όταν ερχόντουσαν εκείνες οι σπάνιες στιγμές σιωπής από όλους, ένιωθα περήφανος. Έβλεπα τον εαυτό μου να μας κοιτάει από πάνω. Να βγαίνει από το σώμα μου και να ίπταται πάνω απ’τα κεφάλια μας. Έχω κάνει φαλάκρα και μία όμορφη οικογένεια. Σήμερα δεν είμαι όμορφος. Δεν μου πάει το άσπρο.Μετά ένας ήχος θα με γυρνούσε πίσω. Πάλι μαλακίες έχει η τηλεόραση. Μία κόρνα από τον δρόμο, τσιριχτή κι εφιαλτική. Το σπαστικό κουδούνισμα ενός ξυπνητηριού. Μπι-μπι-μπι-μπιιιιιιιιπ. Τι μανία κι αυτή! Ακύρωνε τα ξυπνητήρια σου χριστιανή μου, είναι δυνατόν να τσιγκαλοχτυπάνε όλη μέρα;! Μπι-μπι-μπι-μπιιιιιιιιπ.

 

(Ακούγεται ο ήχος από το μηχάνημα υποστήριξης ζωτικών λειτουργιών.)

 

Πόσο θέλω ένα τσιγάρο. Λες να σηκωθώ;  Ποιός σηκώνεται τώρα… Πώς σηκώνεται…Πώς σηκώνεσαι τώρα; Είχα σηκωθεί για να  πάω  δουλειά.. Έπρεπε να είχα βαρεθεί. Είχε πολύ ζέστη κι όμως φυσούσε. Ο καιρός ήταν ένα γιγάντιο πιστολάκι. Πολύ κίνηση τέτοια ωρα. Παλιά τέτοια ώρα όλοι γυρνούσαν απ’τα μπάνια τους, τώρα πια όλοι γυρνάνε απ’τις δουλειές τους. Πουθενά διαβάσεις. Βρισίδια. Κόρνες. Μπιιιιιιιιιιπ!

 

(Ακούγεται ο ήχος από το μηχάνημα υποστήριξης ζωτικών λειτουργιών.)

 

Μα κοίτα τι ήσυχα που είναι τα κορίτσια μου! Και να σκεφτείς ότι μικρές ήταν ζιζάνια. Σαν κουτάβια στα πόδια μας. Δεν μας αφήναν σε ησυχία. Κάθε Κυριακή τρώγαμε στης μάνας μου και στην επιστροφή κάναμε στάση στο Λούνα Παρκ για μαλλί της γριάς. Πάντα κλέβαμε ο ένας απ΄του άλλου όταν δεν κοιτούσε. Συνήθως κατέληγε σε κυνηγητό. Και η γυναίκα μου να τις τρέχει πάντα από πίσω. Να τρέχει για όλα κι όμως ήταν ευτυχισμένη. Πόσο αγαπούσα το πρόσωπο της γυναίκας μου εκείνες τις Κυριακές. Ρε γυναίκα δεν αλλάζεις κανάλι; Να δούμε καμια κωμωδία αν έχει. Προτιμώ. Μόνο μην αρχίσεις πάλι να γελάς σαν την κότα. Αλλά να σου πω… νομίζω ότι το συνήθισα. Ίσως και να μ’αρέσει μη σου πω… Ίσως και να μου λείψει. Κααααα- κα- κα- κα- κα- κλα κλα κλααααα!

Μην κλαις. Κλείσε το φως. Με χτυπάει στα μάτια. Πολύ έντονο. Μην το δυναμώνεις. Κλείστο σου λέω!

 

Τι μέρα είναι σήμερα; Κυριακή; Δευτέρα; Τι σημασία έχει πια. Όλες οι μέρες ίδιες μοιάζουν. Γυναίκα φεύγω, πάω δουλειά. Ίσως αργήσω, μη με περιμένεις.Σας αγαπώ.

 

6:23 π.μ.

 

(Ακούγεται ένα παρατεταμένο μπιπ από το μηχάνημα υποστήριξης ζωτικών λειτουργιών.)

 

ΑΥΛΑΙΑ

 

Advertisements

Ποτέ την Κυριακή

του Πέτρου Ζήκου

Τα πρόσωπα:

Σκυφτούλης Ευλάμπιος του Σάββα και της Κυριακής.

Ο Βάρδος.

 

Πράξη 1η: Περιμένοντας το λεωφορείο.

Σκηνικό. Στάση λεωφορείου, το κιόσκι, ένα ρολόι. Ακούγεται το τικ – τακ συνεχώς. Δυο άτομα περιμένουν στη στάση. Ο ένας καθιστός στο παγκάκι κάτω από το κιόσκι. Βαστά στα χέρια του έγχορδο όργανο και δοκιμάζει κάποιες νότες. (Ο Βάρδος.) Ο δεύτερος πηγαινοέρχεται μπροστά του. (Σκυφτούλης Ευλάμπιος.)

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.

Αγαπητέ μου κύριε, περιμένετε πολύ….

 Βάρδος.

«Βαριά» Μια ζωή. «Παίζει λίγες νότες στο όργανο και τραγουδά.» Ένας αέρας σιωπηλός, βουβός σ’ έρημη χώρα. Της κόρης που πορνεύετε στα διεθνή τα φόρα

Σκυφτούλης  Ευλάμπιος. 

Δεν με καταλάβατε, για το λεωφορείο σας λέω, είστε πολύ ώρα εδώ;

Βάρδος.

Σε κατάλαβα, «τον κοιτά από πάνω ως κάτω». Με ρώτησες αν περιμένω πολύ….αυτό δε ρώτησες;

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.      

Σωστά κύριε, αυτό σας ρώτησα, αν περιμένετε πολύ ώρα το λεωφορείο, και εσείς τι μου απαντάτε;

 Βάρδος.

Και εγώ τι σου απαντώ;

Σκυφτούλης  Ευλάμπιος.     

Μου δίνεται μια τελείως ασαφή και περιέργως διφορούμενη  απάντηση, πως περιμένετε μια ζωή. Μα επιτέλους, τι περιμένετε μια ζωή κύριε.

Βάρδος.

Τι ζωή. «Τραγουδά» Των παραθύρων δεν περνά τη μυστική κλεισούρα. Μην τάχα θα διαταραχθεί η εθνική φαγούρα.  

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.      

«Σκασμένος στα γέλια μονολογεί.» Α! έπεσα σε τρελόοο. Μήπως ματαιοπονείτε κύριε; Τριάντα πέντε χρόνια περιμένω σ’ αυτήν την στάση, και ποτέ δεν πέρασε από εδώ καμιά ζωή. Το μόνο που είναι σίγουρο πως θα περάσει, έστω και με καθυστέρηση είναι το λεωφορείο Γ/69 Άνω γειτονιά – Κάτω κέντρο.

Βάρδος.

Τριάντα πέντε χρόνια Άνω – Κάτω λοιπόν.

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.     

Ακριβώς, τριάντα πέντε συναπτά έτη, Άνω – Κάτω και τανάπαλι αγαπητέ μου κύριε, με απόλυτη συνέπια παρακαλώ. Μηδέ τας Κυριακάς εξαιρουμένας.

 

Όση ώρα συνομιλούν, ο χτύπος του ρολογιού δεν έχει πάψει. Τικ – τάκ, τικ – τάκ, τικ – τάκ.

 

Βάρδος.

«Τον κοιτά με έκπληξη» Τι μου λες ρε άνθρωπε, μπράβο, και παρότι στηνόσουν κάθε πρωί εδώ, για τριάντα πέντε χρόνια, την ζωή δεν την συνάντησες ποτέ σου;

Σκυφτούλης  Ευλάμπιος.     

Φαίνεται πως δεν ήταν η ώρα της για να περάσει από ‘δω.

 

-2

Βάρδος.

«Μελαγχολικά» Σωστά, δεν ήταν η ώρα της, ίσως να μην ήταν και ο δρόμος της θα συμπλήρωνα εγώ. «Τραγουδά.»  Ρουφιάνοι, χαφιέδες –  άνεργοι – μείναν’ σ’ αυτή τη χώρα. Αφού δεν έχουμε φωνή – τι θες ν’ ακούσουν τώρα.

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.    

Ω’ αγαπητέ μου κύριε, οποία παράληψης, συνομιλούμε τόσην ώραν και δεν σας συστήθηκα. Σκυφτούλης Ευλάμπιος του Σάββα και της Κυριακής. Τμηματάρχης Β’ με τεσσαράκοντα έτη υπηρεσίας ανελλιπώς.

 Βάρδος.

Ορθόν, «Χαμηλόφωνα.» Και ολίγον αδιάφορο. «Πιάνει ένα ταξίμι.» Ένας αέρας σιωπηλός, γράφει την ιστορία. Στην έρημη τη φάμπρικα, στη θλιβερή πορεία.

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.    

 Δεν ενθυμούμαι να μου είπατε το ονοματάκι σας.

Βάρδος.

 Ας αρκεστούμε στο Βάρδος που τα κάνει σούμα όλα. Μας καλύπτει ως προς το, είσαι ο και λέγεσαι, δηλώνει και το επάγγελμα άμα λάχει.

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.    

Ώστε μουσικός, καλλιτέχνης. Μα βέβαια, άλλωστε γιατί θα το παίζατε το όργανο, έπρεπε να το είχα καταλάβει.

Βάρδος.

«Τραγουδά.» Στα κούφια τα πρωτοκόλλα, και στα χοντρά βιβλία. Τελάλης είναι πλανερός στη λάθος προσδοκία. 

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.    

Και εσείς όλα τα χρόνια σας εδώ; Σας ερωτώ διότι δεν σας ενθυμούμαι.

Βάρδος.

Γενικά, πότε εδώ, πότε παρακάτω, όπου το φέρνει η ανάγκη. «Τραγουδά.» Ρουφιάνοι, χαφιέδες – άνεργοι – μείναν’ σ’ αυτή τη χώρα. Αφού δεν έχουμε φωνή – τι θες ν’ ακούσουν τώρα.   

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.    

Εργάζεστε και τα Κυριακάς βλέπω, εύγε σας αγαπητέ μου κύριε Βάρδε. Ξέρετε πως αν δεν αποδεχθούμε όλοι την νέα τάξη πραγμάτων, πολύ δε περισσότερο, αν δεν συμπράξομε προκειμένου να βελτιωθεί ανταγωνιστικότητα, πως θα πάει μπροστά αυτός ο τόπος.

 

Ο χτύπος του ρολογιού δεν έχει πάψει. Τικ – τάκ, τικ – τάκ, τικ – τάκ.

 

Βάρδος.

«Τραγουδά.» Ένας αέρας αχαμνός, χαμένος μες στ αρχεία. Δεν σπρώχνει άλλο  το πανί, δεν κάνει για ταξίδια  «Φαλτσάρει και βρίζει»…Φτου που να πάρει.

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.

«Κοιτώντας στον ορίζοντα.» Μα που στα κομμάτια είναι και αυτό το λεωφορείο. Α! όλα κι όλα, θα πρέπει να καταγγελθεί το γεγονός. Νομίζω πως πρέπει να συντάξω μια αναφορά προς κάθε αρμόδια αρχή και να καταγγείλω το γεγονός. Θα πρέπει να γίνει σαφές προς όλους πως για να αποκατασταθεί η τάξης και η ομαλότητα, απαιτείτε συνέπια και εργατικότητα.

Βάρδος.

«Τραγουδά.» Δίχως παντιέρες, θλιβερές πορείες ξεστρατίζουν. Και την ελπίδα του λαού για τ’ αύριο σκορπίζουν.

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.

Ο μόνος δρόμος για την ανάπτυξη είναι η ανταγωνιστικότητα. Συμφωνείτε αγαπητέ μου κύριε Βάρδε;

 

-3-

Βάρδος.

«Τραγουδά.» Ρουφιάνοι, χαφιέδες –  άνεργοι – μείναν’ σ’ αυτή τη χώρα. Αφού δεν έχουμε φωνή – τι θες ν’ ακούσουν τώρα. 

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.

Για παράδειγμα, η Κυριακάτικη εργασία, δεν πιστεύεται πως θα συμβάλει τα μάλλα στην ανάπτυξη;

Βάρδος.

«Τραγουδά.» Ρουφιάνοι, χαφιέδες –  άνεργοι – μείναν’ σ’ αυτή τη χώρα……….   

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.

Δεν σας βλέπω να συναινείτε με τα λεγόμενα μου κύριε Βάρδε.

Βάρδος.

«Αφήνει το έγχορδο όργανο παραδίπλα.» Σκυφτούλης είπαμε κύριος;

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.

Μάλιστα κύριε Βάρδε μου, Σκυφτούλης Ευλάμπιος του …..

Βάρδος.

Καλά, καλά, τα άλλα άστα για την ασφάλεια. Που λες Σκυφτούλη, άκου και την θεωρία του Βάρδου σχετικά με το θέμα. Το κόλπο με τη δουλειά τις Κυριακάδες, δεν είναι πως τους κόφτει να αυγατίσουν τον μπεζαχτά. Έτσι κι αλλιώς παράδες άλλους δεν έχει ο κοσμάκης. Όσους παράδες είχε, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο τους καθάρισαν, ορθών! Τι σκατά, με το συμπάθιο κιόλας, έχει μείνει μου λες για να του πάρουν τις Κυριακάδες που δεν μπορούν να τα πάρουν τις άλλες ημέρες. Εκείνο που θέλουν, είναι αφού του αδειάσανε την τσέπη, τώρα να του αδειάσουν το μυαλό.

 

Ο χτύπος του ρολογιού συνεχίζει. Τικ – τάκ, τικ – τάκ, τικ – τάκ.

 

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.

Αν και στο λόγο σας κύριε Βάρδε μου, διακρίνω ψήγματα ανατρεπτικών τάσεων, ομολογώ πως μου έχετε εξάψει το ενδιαφέρον, λοιπόν για συνεχίστε.

Βάρδος.

Άλλο η δουλειά ως εργασία Σκυφτούλη, και άλλο πράγμα η δουλειά ως δουλεία. Η δεύτερη περίπτωση σειμένει υποταγή, τούτος είναι και ο στόχος τους. Κατάλαβες Σκυφτούλη;

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.

«Με φανερή ανακούφιση.» Κύριε Βάρδε μου έρχεται το λεωφορείο, δεν σηκώνεστε;

Βάρδος.

Όχι….Θα κάτσω εδώ να παίξω ένα τραγούδι, και που ξέρεις στο μεταξύ ίσως περάσει από εδώ και η ζωή.

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.

Λέτε πως θα παραμείνετε εκτός παραγωγικής διαδικασία αυτήν την Κυριακή;

Βάρδος.

Και αυτήν και την άλλην, δεν φεύγω από εδώ αν δεν ανταμώσω τη ζωή ρε γαμότο. Άντε Σκυφτούλη ανέβα εσύ, εγώ θα μείνω πίσω. Άντε μωρέ και θα σου φύγει το λεωφορείο.

Ο χτύπος του ρολογιού έχει πάψει, απόλυτη σιωπή. Ο Σκυφτούλης παραμένει στη θέση του.

 Βάρδος.

 Το ‘χασες…..

Σκυφτούλης Ευλάμπιος.

Όχι…Τώρα το βρήκα. Λέω να κάτσω δίπλα σου και να περιμένω μπας και περάσει η ζωή που λέγαμε.

Ο Βάρδος ξεκινά να παίζει το όργανο. Πιάνει το τραγούδι. Ο Σκυφτούλης Ευλάμπιος του Σάββα και της Κυριακής, δειλά αρχίζει να  του κρατά το ίσο…..

 

-4-

Ένας αέρας σιωπηλός, βουβός σ’ έρημη χώρα.

Στης κόρης που πορνεύετε στα διεθνή τα φόρα.

Των παραθύρων δεν περνά τη μυστική κλεισούρα.

Μην τάχα θα διαταραχθεί η εθνική φαγούρα.

Ρουφιάνοι, χαφιέδες –  άνεργοι – μείναν’ σ’ αυτή τη χώρα

                        Αφού δεν έχουμε φωνή – τι θες ν’ ακούσουν τώρα.

Ένας αέρας σιωπηλός, γράφει την ιστορία.

Στην έρημη τη φάμπρικα, στη θλιβερή πορεία.

Στα κούφια τα πρωτοκόλλα, και στα χοντρά βιβλία.

Τελάλης είναι πλανερός, στη λάθος προσδοκία.

Ρουφιάνοι, χαφιέδες –  άνεργοι – μείναν’ σ’ αυτή τη χώρα

                        Αφού δεν έχουμε φωνή – τι θες ν’ ακούσουν τώρα. 

Ένας αέρας αχαμνός, χαμένος μες στ αρχεία.

Δεν σπρώχνει άλλο  το πανί, δεν κάνει για ταξίδια

Δίχως παντιέρες, θλιβερές πορείες ξεστρατίζουν.

Και την ελπίδα του λαού για τ’ αύριο σκορπίζουν.

Ρουφιάνοι, χαφιέδες –  άνεργοι – μείναν’ σ’ αυτή τη χώρα

                        Αφού δεν έχουμε φωνή – τι θες ν’ ακούσουν τώρα. 

Μη ‘διαγράφετε’ την Κυριακή, κ. Υπουργέ

της Αδαμαντίας Τριάρχη-Μακρυγιάννη

 

Κυριακή. Παιδάκι. Του δασκάλου πάψη·

γλύκα του σπιτιού. Ζωούλα στ’ ακρογιάλι…

Κωστής Παλαμάς (Αποσπασματικά)

 

Είναι, ίσως, η πιο πρωτότυπη επίσκεψη σε γραφείο Έλληνα Υπουργού. Έχουν προηγηθεί τηλεφωνήματα. Νεαρή δασκάλα παρακαλεί να δεχθεί ο Υπουργός Εργασίας δέκα μαθητές και μαθήτριες του δημόσιου δημοτικού σχολείου της. Θέλουν να του εκθέσουν τις απόψεις τους, με συντομία, σχετικά με την κυριακάτικη εργασία όλο το χρόνο.

-Μα και τα παιδιά του Δημοτικού θα υποβάλλουν αιτήματα στους Υπουργούς; Ήταν όμως τόσο ευγενική η επιμονή της δασκάλας…

 

Δευτέρα πρωί, ώρα 11, τα παιδιά, από τις τελευταίες τάξεις, πλησιάζουν τον Υπουργό.

 

Υπουργός: Καθήστε… Πώς πάνε τα μαθήματα;

Δάφνη: Σχετικά καλά, κ. Υπουργέ. Περιόρισαν τα προβλήματα οι δάσκαλοι και οι δασκάλες μας.

Υπουργός: Γιατί θελήσατε να μου μιλήσετε για ένα εξωσχολικό ζήτημα;

Νίκος: Η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας έχει σχέση και με τη συμπεριφορά μας στο σχολείο.

Υπουργός: Περίεργο… Τι εννοείτε;

Νικηφόρος: Η κυριακάτικη εργασία θα κουράσει περισσότερο τους γονείς μας. Μία ημέρα που μέχρι τώρα βρίσκονταν στο σπίτι να ανασάνουν, προτείνετε να μην την έχουν.

Νίκη: Και βλέποντας πιο κουρασμένους τους γονείς μας, θα πηγαίνουμε με στενοχώρια στο σχολείο.

Υπουργός (προς τη δασκάλα): Τι γνώμη έχετε;

Δασκάλα: Είναι γεγονός ότι τα οικογενειακά προβλήματα αντανακλούν στην απόδοση των παιδιών.

Υπουργός: Παιδιά, υπάρχει ανάγκη να ανοίγουν τα καταστήματα και τις Κυριακές. Πρέπει να δώσουμε χρόνο, ευκαιρίες στους αγοραστές. Η ηλικία σας δεν επιτρέπει να σας πω περισσότερα…

Βασίλης: Ξέρουμε αρκετά πράγματα, κ.Υπουργέ!

Υπουργός: Όπως θα ξέρετε και ότι οι γονείς σας θα έχουν ρεπό μία άλλη ημέρα της εβδομάδας.

Νίκος: Ευτυχώς, τώρα βρήκαν δουλειά οι γονείς μου. Ίσως όμως, να μην παίρνουν ρεπό την ίδια μέρα. Ή, να παρανομούν οι εργοδότες και να μην τους το δίνουν… Όχι μόνο δεν θα μπορούν οι εργαζόμενοι να κουβεντιάσουν ήρεμοι για τα ζητήματα του σπιτιού, αλλά και δεν θα είμαστε όλοι μαζί. Εμείς θα είμαστε στο σχολείο…

Ναταλία: Κύριε Υπουργέ, θα αλλάξει η ζωή μας. Περιμένουμε την Κυριακή. Για μια βόλτα με τους γονείς μας. Μόνοι μας δεν μπορούμε να πάμε. Κάποτε παρακολουθούμε μια παιδική παράσταση. Το μεσημέρι τρώμε όλοι μαζί. Τη Δευτέρα, ξεκούραστοι, αρχίζουμε την εβδομάδα. Αυτές τις χαρές θα τις χάσουμε με την κυριακάτικη εργασία. Σας παρακαλούμε, κ.Υπουργέ, αφήστε ήρεμους τους γονείς μας την Κυριακή!

Υπουργός: Σας καταλαβαίνω. Μα, προσπαθήστε να με καταλάβετε κι εσείς… Πρέπει να διευκολύνουμε τον κόσμο για τις αγορές του. Αν έχουν δουλειά τα μαγαζιά, θα έχουν δουλειά και οι γονείς σας. Περνάμε πολύ δύσκολες ημέρες.

Δήμητρα: Με συγχωρείτε. Πιστεύω όμως, ότι όποιοι θέλουν να ψωνίσουν, οπωσδήποτε θα κατεβούν στην αγορά μιαν άλλη μέρα. Η Κυριακή δεν θα τους κάνει να ψωνίσουν περισσότερα πράγματα.

Πέτρος: Συμφωνούμε με τη Δήμητρα.

Μαρία: Και δεν μου αρέσει καθόλου κ.Υπουργέ, να βλέπω στην τηλεόραση τις καλοντυμένες κυρίες, που μάλλον δεν εργάζονται, να αγοράζουν διάφορα την Κυριακή. Δεν λυπούνται τους εργαζόμενους.

Υπουργός: Για πέστε μου, παιδιά. Έχετε κάνει σχέδια για το μελλοντικό σας επάγγελμα;

Πέτρος: Εγώ επιθυμώ να γίνω γιατρός.

Φρόσω: Μου αρέσει η Σχολή Καλών Τεχνών.

Υπουργός: Βλέπω τους περισσότερους σιωπηλούς. Σωστά, είναι νωρίς ακόμα.

Δάφνη: Όχι για μένα, κ.Υπουργέ. Ονειρεύομαι να γίνω πολιτικός, αλλά όπως ήταν ένας σπουδαίος πρωθυπουργός, στη Γαλλία, πριν από τον πόλεμο. Θέλω να βοηθήσω τους εργαζόμενους, να ζήσουν καλύτερα από μας. Όπως εκείνος, θέλω να βλέπω, από το παράθυρό μου, τις Κυριακές, γονείς με τα παιδιά τους, με τα κυριακάτικα ρούχα τους, να πηγαίνουν περίπατο… Χαρούμενους όλους.

Υπουργός (προς τη δασκάλα): Μα ξέρει και για τον Λέοντα Μπλούμ, ένα δωδεκάχρονο παιδί;

Νικηφόρος: Η Δάφνη διαβάζει τα πάντα…

Υπουργός (προς τη Δάφνη): Μπράβο, παιδί μου! Και σου εύχομαι κάθε πρόοδο. Κι εγώ όμως θα ήθελα να βλέπω ωραίες εικόνες της Κυριακής. Αλλά η πολιτική είναι σκληρή, παιδιά. Πρέπει να βρίσκει κάθε τρόπο, που θα φέρει χρήμα στον τόπο. Αυτά προσπαθούμε.

Νικηφόρος: Καταλαβαίνουμε. Αλλά η δασκάλα μας πιστεύει ότι το χρήμα έρχεται δεύτερο. Το κύριο είναι η ψυχή μας. Κουρασμένοι και απογοητευμένοι υπάλληλοι θα κάνουν καλά τη δουλειά τους; Σας παρακαλούμε πολύ, να μη βλέπετε μόνο τα μαγαζιά. Για το καλό όλων! Σκεφτείτε κι εμάς. Δεν έχουμε ανάγκη μόνο από λεφτά. Πρέπει την Κυριακή να έχουμε τους γονείς μας. Είναι υπερβολικό; Είναι βλαβερό, κύριε Υπουργέ;

 

Τα παιδιά ευχαριστούν. Κοιτάζουν στα μάτια τον Υπουργό. Έχει την ηλικία του πατέρα τους, αλλά όχι το κουρασμένο πρόσωπο και τα απλά ρούχα του.

Ο εκπρόσωπος της νέας κυβέρνησης τους σφίγγει το χέρι συλλογισμένος. Με ένα χαμόγελο. Πικρό χαμόγελο…

Μπορούν τα παιδιά να ελπίζουν;