Το κόκκινο παγκάκι, ή μια Κυριακή με ανοιχτά καταστήματα

της Χριστίνας Σακαλή

Τη γνώρισε μια κρύα Κυριακή του Δεκέμβρη την εποχή του τρίτου μνημονίου. Σε κείνο το κόκκινο παγκάκι. Εκείνη, υπάλληλος σε κατάστημα με ρούχα της οδού Αγ. Σοφίας στη Θεσσαλονίκη. Εκείνος, μοναχικός περιπατητής που ξόδευε τις άδειες Κυριακές του χρόνου, μοιράζοντας τις ώρες του σε πεζοδρόμους, παγκάκια και πλατείες.

Είχε βγει έξω για δέκα λεπτά, να κάνει ένα τσιγάρο. Ήταν το διάλειμμά της, το μοναδικό του οχταώρου, στη 1.01 μ.μ. ακριβώς. Κάθισε στο κόκκινο παγκάκι δίπλα του. Κάθε τόσο, χουχούλιαζε τα χέρια της με την αναπνοή της και της πρόσφερε εκείνα τα γάντια που είχε, με το κομμένο ύφασμα στα δάχτυλα, για να μπορεί να πιάσει το τσιγάρο χωρίς να κρυώνει. Τον ευχαρίστησε και πιάσανε την κουβέντα.

Δούλευε κάθε Κυριακή στο κατάστημα, του είπε. Συνέπεια του νέου νομοσχεδίου για την απελευθέρωση της αγοράς και τη λειτουργία των καταστημάτων και τις 52 Κυριακές τον χρόνο, τον ενημέρωσε. Στην αρχή, εκείνος δεν έδωσε σημασία στο πολιτικό πλαίσιο της γνωριμίας τους. Κοιτούσε μόνο τα μάτια της, χλωμά από το κρύο αλλά συνέχεια χαμογελαστά. Αυτό, του έκανε εντύπωση.

Πρόλαβαν να πουν μόνο τα βασικά και το διάλειμμά της έφτασε στο τέλος του. 1.11, έπρεπε να επιστρέψει στο κατάστημα. Καλή συνέχεια, πρόλαβε μονάχα να της πει πριν χαθεί πίσω από τη στυλιζαρισμένη βιτρίνα του καταστήματος με την πινακίδα που έγραφε στα αγγλικά «You can have ANYTHING you want in life if YOU DRESS for it». Εξυπνακίστικο marketing, μονολόγησε από μέσα του, αλλά δεν κάθισε να το πολυσκεφτεί. Σηκώθηκε από το παγκάκι και βιάστηκε να φύγει. Στον δρόμο του γυρισμού έβαλε τα χέρια του στην τσέπη ψάχνοντας τα γάντια του και τότε συνειδητοποίησε ότι έλειπαν. Το βιαστικό 10λεπτο είχε πάρει μαζί του εκτός από εκείνη, και τα γάντια με το κομμένο ύφασμα.

Την επόμενη Κυριακή, ξαναπέρασε από το παγκάκι. 1 παρά 1 λεπτό ήταν εκεί και την περίμενε. Της πέταξε ότι ήρθε για να πάρει πίσω τα γάντια του αλλά το χαμόγελό του της περιέγραφε με ακρίβεια ότι είχε έρθει για να την ξαναδεί. Κάθησε μαζί του στο παγκάκι για άλλα 10 λεπτά. Τι να προλάβεις να χωρέσεις μέσα σε 10 αυστηρώς μετρημένα λεπτά; 1.11, και είχε χαθεί πάλι μέσα στο κατάστημα.

Οι επισκέψεις του πύκνωσαν και τις επόμενες Κυριακές. Τα 10λεπτα της γνωριμίας και των συζητήσεών τους πλήθαιναν, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό από 10λεπτα στιγμών χωρίς τέλος και συζητήσεων χωρίς μέση, αποτέλεσμα του χρόνου που δεν τους χαριζόταν και ενός νομοσχεδίου που οριοθετούσε τις ζωές τους σαν πιόνια σε σκάκι.

Μια Κυριακή του Μαΐου, ανοιξιάτικη πια, όταν επισκέφτηκε τον πεζόδρομο με το παγκάκι παρατήρησε με έκπληξη ότι το κατάστημα ήταν άδειο και σκοτεινό, σε αντίθεση με το παγκάκι του που ήταν φωτεινό και χρωματιστό. Ρώτησε τους διπλανούς μαγαζάτορες μήπως ήξεραν τι είχε συμβεί. «Μας χτύπησε η κρίση, τι τα θέλεις; Ο τζίρος είναι πολύ πεσμένος τους τελευταίους μήνες. Ο κόσμος δεν ψωνίζει, κόβει βόλτες και αν του περισσεύουν μερικά ψιλά, το πολύ πολύ να αγοράσει έναν καφέ στο χέρι να τον πιει σε κανένα παγκάκι. Οι δρόμοι γεμάτοι αλλά τα καταστήματα άδεια…» Κατάλαβα, κούνησε το κεφάλι και σκεφτικός, βγήκε από το κατάστημα.

Τι να έκανε; Δεν είχε τρόπο να τη βρει, και τι, να πάρει σβάρνα όλα τα καταστήματα της Θεσσαλονίκης να έβρισκε πού δούλευε τώρα; Κούνησε το κεφάλι, κάτι τέτοιο έμοιαζε μάλλον ανώφελο. Μόνη του ελπίδα το κόκκινο παγκάκι. Συνέχισε να το επισκέπτεται ανελλιπώς κάθε Κυριακή. Άλλωστε ήταν η μόνη μέρα που εκείνος δε δούλευε. Και αν εκείνη περνούσε από κει στα δικά της ρεπό; «Δεν έχει νόημα να τα σκέφτομαι αυτά τώρα», έκανε μια γκριμάτσα για να διώξει κάτι τέτοιες σκέψεις που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην κατάστασή του.

Μια Κυριακή που κατέβηκε στο κέντρο, είχε πλέον καλοκαιριάσει, τα καταστήματα ήταν κλειστά. Του έκανε εντύπωση, ο κόσμος γύρω ήταν χαρούμενος, τα παιδιά έπαιζαν, τα παγκάκια ήταν γεμάτα. Στον πεζόδρομο της Αγ. Σοφίας έπεσε πάνω σε μια μικροφωνική. Νίκη του κινήματος, φώναζαν τα μεγάφωνα, όχι πια δουλειά τις Κυριακές. Παραξενεύτηκε με τούτη την εξέλιξη αλλά ούτως ή άλλως δεν είχε ποτέ λεφτά για κυριακάτικα ψώνια ούτε δούλευε τις Κυριακές, οπότε δεν ένιωσε να επηρεάζεται από τις ξαφνικές πολιτικές εξελίξεις. Άλλωστε η πολιτική δεν ήταν κάτι που τον ενδιέφερε ποτέ ιδιαίτερα.

Επιτάχυνε το βήμα του και κατευθύνθηκε προς το παγκάκι του. Την είδε από μακριά, που καθόταν εκεί, σαν να τον περίμενε. Το παγκάκι ήταν φρεσκοβαμμένο και κατακόκκινο, όπως ο έρωτας. Κάθισε δίπλα της χωρίς να ελέγξει αν η μπογιά είχε προλάβει να στεγνώσει καλά. «Πάμε;» πριν προλάβει να της μιλήσει, του άπλωσε το χέρι της. Μέσα στην ανοιγμένη γροθιά της υπήρχε λίγο από το κόκκινο της φρέσκιας μπογιάς. «Πάμε.» Άφησαν πίσω τους τα σκοτεινά καταστήματα, τις σκλαβωμένες Κυριακές και τα μετρημένα 10λεπτα, και κατευθύνθηκαν προς την ελεύθερη θάλασσα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s