Η δημιουργία των 7 ημερών

του Χρήστου Καραντωνίου

Λίγο πριν από την ύπαρξη του κόσμου, ο Θεός βαριόταν και αποφάσισε να δημιουργήσει το σύμπαν για να περάσει η ώρα. Φυσικά, άσχετα με το τι λένε τα βιβλία, πριν δημιουργήσει το φως, έπρεπε να δημιουργήσει τον ίδιο τον χρόνο. Έφτιαξε λοιπόν για αρχή την Δευτέρα, έριξε μια γερή κλοτσιά στον χρόνο και αυτός άρχισε να κυλάει με εκνευριστική συνέπεια. Μετά ασχολήθηκε με το φως κ.τ.λ.

Την επόμενη μέρα, αφού έφτιαξε εκ του μηδενός την Τρίτη, ασχολήθηκε με την γη, τον ουρανό και τα νερά, δημιουργώντας έτσι το πρώτο και το μεγαλύτερο αυθαίρετο όλων των εποχών, αφού η ιδιοκτησία του ήταν όλη η ύπαρξη και δεν την είχε δηλωμένη πουθενά.

Την επόμενη μέρα ο Θεός ήταν κάπως κουρασμένος και αποσυντονισμένος, μιας και ονόμασε την Τρίτη ημέρα Τετάρτη, αλλά ήταν ένα μικρό πρόβλημα που δεν τον απασχόλησε και πολύ. Έφτιαχνε φυτά, μόνο που χρησιμοποίησε σχεδόν όλα του τα χρώματα στα λουλούδια και του έμεινε μόνο πράσινο και καφέ για τα υπόλοιπα, αλλά τα ξόδεψε και αυτά στα δέντρα. Παράλληλα φύτεψε και δυο χόρτα δίπλα στου παράδεισου την πόρτα, αλλά δεν ήταν και πολύ καλή καβάτζα, γιατί τα βρήκαν οι άγγελοι του και έκαναν και γαμώ το κεφάλι.

Το ξημέρωμα της επόμενης μέρας τον βρήκε να φτιάχνει πλασματάκια, κάτι που τον ευχαριστούσε πάρα πολύ. Έφτιαξε ψάρια και πουλιά. Πέρασε όλο του το απόγευμα να ακούει τα παράπονα του χταποδιού, γιατί, όχι μόνο το έκανε να είναι πεντανόστιμο, αλλά η μόνη άμυνα που του έδωσε ήταν το μελάνι, κάτι πολύ χρήσιμο για τις πένες, αλλά όχι αν θες να αποφύγεις να σε μαγειρέψουν με πένες.

Το βραδάκι έκατσε και έφτιαξε έντομα. Δημιούργησε την μέλισσα για να δείξει τις αρετές της ομαδικότητας και της σκληρής εργασίας. Έφτιαξε την πεταλούδα για να δείξει πως η ομορφιά μπορεί να κρύβεται παντού. Έφτιαξε και την πασχαλίτσα μόνο και μόνο για να μοιράζει χαμόγελα όπου προσγειώνεται, όταν ξαφνικά έλαβε ένα μήνυμα από την κοπέλα του. ‘’Δεν θέλω να βρισκόμαστε άλλο, καλύτερα να το λήξουμε’’, του έλεγε. Ο Θεός στεναχωρήθηκε πάρα πολύ γιατί του άρεσε τρομερά εκείνη η κοπέλα, μα δεν σταμάτησε να δουλεύει. Έφτιαξε τα κουνούπια, τις σφήγκες, τις μύγες και όλα τα άντε γαμήσου του κόσμου.

Την Παρασκευή ήταν λίγο πιο ήρεμος και συνέχισε να φτιάχνει ζωάκια. Προσπαθούσε να φτιάξει την διάθεσή του δημιουργώντας της γάτες, τα λαγουδάκια και τους σκύλους, αλλά συχνά –πυκνά έμπαινε η σκέψη της πρώην κοπέλας του και ο τρόπος που τον χώρισε στο μυαλό του και του ξέφευγε κανένα φίδι, κανένας αλιγάτορας και τέτοιες ομορφιές. Ωστόσο, έπαιρνε γρήγορα τον έλεγχο των πράξεών του και συνέχιζε τις δημιουργίες. Το τέλος της μέρας τον βρήκε να έχει φτιάξει μια απίστευτη ποικιλία πλασμάτων, άλλα όμορφα και θαυμαστά και άλλα αληθινούς, ζωντανούς εφιάλτες.

Το Σάββατο έφτιαξε ένα άβαταρ από χώμα και το αμόλησε να παίζει με τα ζωάκια του. «Είσαι κούκλος!» φώναζε στο άβατάρ του ο Θεός και αυτό έδειχνε να κολακεύεται. ‘’Μπορώ και καλύτερα’’, σκεφτόταν ο Θεός από μέσα του. ‘’Ίσως δοκιμάσω ξανά αργότερα’’.

Όταν είχε τελειώσει με το σύμπαν του, ο Θεός ήταν σωματικά και ψυχικά ράκος. Δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει και έτσι δημιούργησε την Κυριακή για να ξεκουραστεί. Και μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει; Όλοι δεν αξίζουν μια Κυριακή;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s