Και μετά ήρθαν οι τύψεις

του Γιάννη Τρουάντη

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει.[…]
Και ή πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει ή ομορφιά…
                                                                                                                                                                                 (Μάνος Χατζιδάκις)

«Γύ-ρι-σα!» ακούστηκε η φωνή του ρυθμική σαν τραγούδι. Αν ήξερε όμως τι θα ακολουθούσε δε θα ήταν τόσο ευδιάθετος.

«Μπαμπά, μπαμπά, κλείσε τα μάτια σου, σου έχω μια έκπληξη!», αναφώνησε στο άκουσμά του η οχτάχρονη κόρη του που έτρεξε να τον προϋπαντήσει και να εισπράξει μια αγκαλιά κι ένα φιλί.

«Καλώς τον!» τον υποδέχτηκε κι η σύζυγός του από την κουζίνα που μαγείρευε το δευτεριάτικο, για να συμπληρώσει από τη θέση της «Έχει ζεστό νερό, κάνε ένα ντουζάκι να χαλαρώσεις.»

Είχε ήδη βγάλει τα -παροπλισμένα για δώδεκα χρόνια- ορειβατικά του μποτάκια και περίμενε.
«Τα-νταχ!» φώναξε η μικρή κι έδωσε το σύνθημα για ν’ ανοίξει τα μάτια του· την αντίκρισε με κρεμασμένες στα κοντά χεράκια της τσάντες με ψώνια.

«Δες τι μου αγόρασε η νονά για την αυριανή γιορτή μου! Ήταν ανοιχτά τα μαγαζιά σήμερα!» είπε όλο χαρά.

Ένας κόμπος στο λαιμό, ένα πετάρισμα στα μάτια, ένα εξ οικείων βέλος στην καρδιά. Κατέφυγε στο μπάνιο προσποιούμενος ότι δεν κρατιέται. Όταν έμεινε μόνος πλησίασε το είδωλό του στον καθρέφτη που τον κοιτούσε αναγνωριστικά.

«Γιατί σήμερα;» μονολόγησε με καταβαραθρωμένο ηθικό προς τον καθρέφτη που τον κοίταζε αμίλητος.
Αναπόλησε την εξέλιξη της ημέρας. Τη λαχτάρα για την επανένωση -δώδεκα χρόνια μετά- της αναρριχητικής σχοινοσυντροφιάς που την είχε δέσει η αγάπη για τη φύση και ιδιαίτερα για το βουνό, την ακούσια απουσία της Ζωής που δεν μπόρεσε να ακούσει τη φωνή της καρδιάς της και να τους ακολουθήσει, καθώς ήταν προσφάτως προσληφθείσα σε εμπορικό κατάστημα που άνοιξε την Κυριακή, την ορειβασία που εξελίχτηκε σε συμμετοχή σε διαδήλωση ως έμπρακτη συμπαράσταση στη φίλη τους.

Γιατί έκριναν ότι αν δεν έκαναν αυτό που ο σύγχρονος ηθικός πολιτισμός επέβαλλε ως αυτονόητη υποχρέωση κι απόδειξη έμπρακτης αλληλεγγύης κι αγωνιστικής διάθεσης, δε θα είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν τη συνδρομή των άλλων όταν θα ερχόταν η σειρά τους να πληγούν -κι αυτό το τελευταίο ήταν τόσο βέβαιο όσο ο θάνατος, σε μια κοινωνία που υφίστατο συντριπτικά τις συνέπειες του καπιταλισμού της καταστροφής, με τους εκάστοτε κυβερνώντες, άβουλα υποχείρια ενός φαύλου συστήματος έξωθεν διακυβέρνησης.

Ξαφνικά, στη θέση του ειδώλου εμφανίστηκαν οι συνοδοιπόροι του, σαν ένορκοι που έχουν προειλημμένη την καταδικαστική απόφασή τους. Τι να απολογηθεί για το ακαταμάχητο γεγονός ότι την ώρα που αυτοί ομόθυμα εγκατέλειπαν στη μέση τον ορειβατικό περίπατο που με τόση όρεξη είχαν σχεδιάσει και κατέληγαν να διαδηλώνουν κατά της εργασίας την Κυριακή, το οικογενειακό του περιβάλλον τον εξέθετε ανεπανόρθωτα με τις κυριακάτικες αγορές του, θαρρείς και χάθηκαν οι άλλες μέρες ή τέλειωσαν οι εκπτώσεις;

Μετά εμφανίστηκε η Ζωή να κινδυνεύει να πνιγεί και παρά τις ικεσίες για βοήθεια κάποιο χέρι την έσπρωχνε όλο και πιο βαθιά.

Τότε αχνοφάνηκε μια αποκρουστική μορφή που του έμοιαζε αδρά κι ενστικτωδώς τραβήχτηκε πίσω.

Και μετά πάλι το είδωλό του βλοσυρό κι ασυγκίνητο αυτή τη φορά, έτοιμο να του αποδώσει κατηγορίες, δίκην εισαγγελέως.

«Τι αποκρουστικά θλιβερός είσαι!» ξεσπάθωσε.
«Υπεραμύνεσαι για μια αλληλέγγυα συμπεριφορά που επέδειξες συγκυριακά και παραπονιέσαι γιατί το παιδί σου -για την αγωγή του οποίου, άλλωστε, ΕΣΥ είσαι ο κύριος υπεύθυνος- δεν υιοθετεί μια συμπεριφορά που ποτέ δεν του δίδαξες. Παραβλέπεις πως αν δεν ήσουν με τους φίλους σου, το πιθανότερο είναι να συνοδεύατε οικογενειακώς τη μικρή και την αδελφή σου, νονά της, στην αγορά για να εκμεταλλευτείτε -τάχα- τα ανοιχτά μαγαζιά την Κυριακή· δε θα σκεφτόσουν διόλου πόσο αλλοτριωμένοι είστε, με τις προτεραιότητες που βάζετε, καθώς όχι μόνο δεν θα εκμεταλλευόσασταν τη μέρα για να πάτε μια βόλτα ή εκδρομή μέρα Κυριακή αλλά θα στερούσατε την ευκαιρία αυτή κι από άλλους που θα το ’θελαν αλλά θα ήταν όμηροι επισφαλών συνθηκών εργασίας. Μη γελιέσαι· ανήκεις και συ σ’ αυτούς που ζουν υποταγμένοι σε ξενόφερτα καταναλωτικά πρότυπα και είναι συνένοχοι -έστω από αμέλεια- στην επαναφορά συνθηκών εργασιακού μεσαίωνα με τη στήριξη στρεβλών πολιτικών για την εξυγίανση της επιχειρηματικότητας.»

Ξαφνικά βυθίστηκε σε σκοτοδίνη και δεν άκουγε πια το είδωλό του να συνεχίζει το δριμύ κατηγορώ του· αντίθετα, άκουσε τον εαυτό του να τραγουδά

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
μοίρασαν δώρα οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά
την πέμπτη μέρα.
………………………

«Μπαμπά, η μαμά ρωτάει αν είσαι καλά.» Απορροφημένος στις βασανιστικές σκέψεις του, άκουσε μόλις τη δεύτερη φορά την κόρη του να τον καλεί ανήσυχη χτυπώντας την πόρτα.

«Καλά είμαι, Αθανασία μου» είπε πιέζοντας τον εαυτό του να συμπεριφερθεί όσο πιο φυσιολογικά μπορούσε.

Βγήκε μετά λίγη ώρα, φανερά ανανεωμένος. Αφού ντύθηκε, πήγε και στάθηκε στην είσοδο του παιδικού δωματίου.

«Κυριακή, …ναι, σε σένα μιλώ δεσποινίς μου. Ξέχασες πως η νονά σου σου έδωσε κι αυτό το όνομα γιατί ήρθες στη ζωή τη μέρα που είναι αφιερωμένη στην αγία, έπειτα από μια περιπετειώδη εγκυμοσύνη της μαμάς; Από δω και πέρα, αποφάσισα τις Κυριακές να σε φωνάζω μόνο με το δεύτερο βαφτιστικό σου για να θυμόμαστε συνέχεια πόσο ξεχωριστή πρέπει να είναι αυτή η μέρα, όπως είσαι κι εσύ για μας. Λοιπόν, λέω την επόμενη Κυριακή να πάμε, όλοι μαζί, εκδρομή σε χιονοδρομικό!»
………………………………………………
Φεβρουάριος 2016

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s