Την πρώτη Κυριακή του Ιούλη,
στα πλαίσια του Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης,

η Ομάδα Δημιουργικής Γραφής- Στέκι Μεταναστών Θεσσαλονίκης
και
το Δίκτυο Ανέργων και Επισφαλώς Εργαζομένων Θεσσαλονίκης
πραγματοποιήσαμε την εκδήλωση

«Κίνημα και δημιουργική γραφή απέναντι στην εργασιακή εκμετάλλευση«.
Συζητήσαμε, με τη συμβολή του Σωματείου Βιβλίου- Χάρτου Θεσσαλονίκης,
για το παρελθόν, το παρόν
και το μέλλον του αγώνα
για την προάσπιση της κυριακάτικης αργίας

και παρουσιάσαμε αποσπάσματα από τα κείμενα του project «Ποτέ την Κυριακή!»

Την Κυριακή 17/7, με αφορμή τις εκπτώσεις, τα μαγαζιά θα παραμείνουν ανοιχτά.
Ο Συντονισμός Δράσης ενάντια στην Κυριακάτικη Εργασία
καλεί σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας και πορεία,
ραντεβού στις 12:00 Τσιμισκή με Αγ. Σοφίας γωνία.

                          Ούτε 52 ούτε και 7, καμία Κυριακή τα μαγαζιά ανοιχτά!                      

Advertisements

Το κόκκινο παγκάκι, ή μια Κυριακή με ανοιχτά καταστήματα

της Χριστίνας Σακαλή

Τη γνώρισε μια κρύα Κυριακή του Δεκέμβρη την εποχή του τρίτου μνημονίου. Σε κείνο το κόκκινο παγκάκι. Εκείνη, υπάλληλος σε κατάστημα με ρούχα της οδού Αγ. Σοφίας στη Θεσσαλονίκη. Εκείνος, μοναχικός περιπατητής που ξόδευε τις άδειες Κυριακές του χρόνου, μοιράζοντας τις ώρες του σε πεζοδρόμους, παγκάκια και πλατείες.

Είχε βγει έξω για δέκα λεπτά, να κάνει ένα τσιγάρο. Ήταν το διάλειμμά της, το μοναδικό του οχταώρου, στη 1.01 μ.μ. ακριβώς. Κάθισε στο κόκκινο παγκάκι δίπλα του. Κάθε τόσο, χουχούλιαζε τα χέρια της με την αναπνοή της και της πρόσφερε εκείνα τα γάντια που είχε, με το κομμένο ύφασμα στα δάχτυλα, για να μπορεί να πιάσει το τσιγάρο χωρίς να κρυώνει. Τον ευχαρίστησε και πιάσανε την κουβέντα.

Δούλευε κάθε Κυριακή στο κατάστημα, του είπε. Συνέπεια του νέου νομοσχεδίου για την απελευθέρωση της αγοράς και τη λειτουργία των καταστημάτων και τις 52 Κυριακές τον χρόνο, τον ενημέρωσε. Στην αρχή, εκείνος δεν έδωσε σημασία στο πολιτικό πλαίσιο της γνωριμίας τους. Κοιτούσε μόνο τα μάτια της, χλωμά από το κρύο αλλά συνέχεια χαμογελαστά. Αυτό, του έκανε εντύπωση.

Πρόλαβαν να πουν μόνο τα βασικά και το διάλειμμά της έφτασε στο τέλος του. 1.11, έπρεπε να επιστρέψει στο κατάστημα. Καλή συνέχεια, πρόλαβε μονάχα να της πει πριν χαθεί πίσω από τη στυλιζαρισμένη βιτρίνα του καταστήματος με την πινακίδα που έγραφε στα αγγλικά «You can have ANYTHING you want in life if YOU DRESS for it». Εξυπνακίστικο marketing, μονολόγησε από μέσα του, αλλά δεν κάθισε να το πολυσκεφτεί. Σηκώθηκε από το παγκάκι και βιάστηκε να φύγει. Στον δρόμο του γυρισμού έβαλε τα χέρια του στην τσέπη ψάχνοντας τα γάντια του και τότε συνειδητοποίησε ότι έλειπαν. Το βιαστικό 10λεπτο είχε πάρει μαζί του εκτός από εκείνη, και τα γάντια με το κομμένο ύφασμα.

Την επόμενη Κυριακή, ξαναπέρασε από το παγκάκι. 1 παρά 1 λεπτό ήταν εκεί και την περίμενε. Της πέταξε ότι ήρθε για να πάρει πίσω τα γάντια του αλλά το χαμόγελό του της περιέγραφε με ακρίβεια ότι είχε έρθει για να την ξαναδεί. Κάθησε μαζί του στο παγκάκι για άλλα 10 λεπτά. Τι να προλάβεις να χωρέσεις μέσα σε 10 αυστηρώς μετρημένα λεπτά; 1.11, και είχε χαθεί πάλι μέσα στο κατάστημα.

Οι επισκέψεις του πύκνωσαν και τις επόμενες Κυριακές. Τα 10λεπτα της γνωριμίας και των συζητήσεών τους πλήθαιναν, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό από 10λεπτα στιγμών χωρίς τέλος και συζητήσεων χωρίς μέση, αποτέλεσμα του χρόνου που δεν τους χαριζόταν και ενός νομοσχεδίου που οριοθετούσε τις ζωές τους σαν πιόνια σε σκάκι.

Μια Κυριακή του Μαΐου, ανοιξιάτικη πια, όταν επισκέφτηκε τον πεζόδρομο με το παγκάκι παρατήρησε με έκπληξη ότι το κατάστημα ήταν άδειο και σκοτεινό, σε αντίθεση με το παγκάκι του που ήταν φωτεινό και χρωματιστό. Ρώτησε τους διπλανούς μαγαζάτορες μήπως ήξεραν τι είχε συμβεί. «Μας χτύπησε η κρίση, τι τα θέλεις; Ο τζίρος είναι πολύ πεσμένος τους τελευταίους μήνες. Ο κόσμος δεν ψωνίζει, κόβει βόλτες και αν του περισσεύουν μερικά ψιλά, το πολύ πολύ να αγοράσει έναν καφέ στο χέρι να τον πιει σε κανένα παγκάκι. Οι δρόμοι γεμάτοι αλλά τα καταστήματα άδεια…» Κατάλαβα, κούνησε το κεφάλι και σκεφτικός, βγήκε από το κατάστημα.

Τι να έκανε; Δεν είχε τρόπο να τη βρει, και τι, να πάρει σβάρνα όλα τα καταστήματα της Θεσσαλονίκης να έβρισκε πού δούλευε τώρα; Κούνησε το κεφάλι, κάτι τέτοιο έμοιαζε μάλλον ανώφελο. Μόνη του ελπίδα το κόκκινο παγκάκι. Συνέχισε να το επισκέπτεται ανελλιπώς κάθε Κυριακή. Άλλωστε ήταν η μόνη μέρα που εκείνος δε δούλευε. Και αν εκείνη περνούσε από κει στα δικά της ρεπό; «Δεν έχει νόημα να τα σκέφτομαι αυτά τώρα», έκανε μια γκριμάτσα για να διώξει κάτι τέτοιες σκέψεις που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην κατάστασή του.

Μια Κυριακή που κατέβηκε στο κέντρο, είχε πλέον καλοκαιριάσει, τα καταστήματα ήταν κλειστά. Του έκανε εντύπωση, ο κόσμος γύρω ήταν χαρούμενος, τα παιδιά έπαιζαν, τα παγκάκια ήταν γεμάτα. Στον πεζόδρομο της Αγ. Σοφίας έπεσε πάνω σε μια μικροφωνική. Νίκη του κινήματος, φώναζαν τα μεγάφωνα, όχι πια δουλειά τις Κυριακές. Παραξενεύτηκε με τούτη την εξέλιξη αλλά ούτως ή άλλως δεν είχε ποτέ λεφτά για κυριακάτικα ψώνια ούτε δούλευε τις Κυριακές, οπότε δεν ένιωσε να επηρεάζεται από τις ξαφνικές πολιτικές εξελίξεις. Άλλωστε η πολιτική δεν ήταν κάτι που τον ενδιέφερε ποτέ ιδιαίτερα.

Επιτάχυνε το βήμα του και κατευθύνθηκε προς το παγκάκι του. Την είδε από μακριά, που καθόταν εκεί, σαν να τον περίμενε. Το παγκάκι ήταν φρεσκοβαμμένο και κατακόκκινο, όπως ο έρωτας. Κάθισε δίπλα της χωρίς να ελέγξει αν η μπογιά είχε προλάβει να στεγνώσει καλά. «Πάμε;» πριν προλάβει να της μιλήσει, του άπλωσε το χέρι της. Μέσα στην ανοιγμένη γροθιά της υπήρχε λίγο από το κόκκινο της φρέσκιας μπογιάς. «Πάμε.» Άφησαν πίσω τους τα σκοτεινά καταστήματα, τις σκλαβωμένες Κυριακές και τα μετρημένα 10λεπτα, και κατευθύνθηκαν προς την ελεύθερη θάλασσα.

Κυριακή

της Χριστίνας Σακαλή

Κυριακή

μια αχτίδα ήλιου

που χορεύει

ανάμεσα σε κατά λάθος

μισανοιγμένα παντζούρια

 

η γειτόνισσα

που χαϊδεύει

απαλά το χώμα

στις γλάστρες της

 

εικόνες

ήχοι

προπάντων ήχοι

Σσσσ κάνε ησυχία

σήμερα δεν θα ανοίξω το ραδιόφωνο.

 

Ποια άλλη μέρα μπορείς να ξεχωρίσεις

τα τιτιβίσματα πουλιών;

Τις καλημέρες των ανθρώπων;

 

Σπιτικό φτιαγμένο αμυγδαλόγαλα

καφές που ψήθηκε στη χαμηλή φωτιά

σερβιρισμένος με χαμόγελα.

 

Σσσσ σήμερα δεν θα ανοίξω το ραδιόφωνο.

Σήμερα δεν θέλω να ακούω

ούτε να σκέφτομαι.

Σήμερα μόνο να αφουγκράζομαι.

Εξάσκηση αισθήσεων.

 

Κυριακή

η πολύτιμή μας Κυριακή.

Μια μέρα μα ποια μέρα..;

της Στέλλας Μεταξά

Ήταν Κυριακή πρωί. Δεν είχα βάλει ξυπνητήρι κι έτσι ξύπνησα με τις πρώτες ακτίνες που πέρασαν από τις γρίλιες του παραθύρου μου. Τι ωραία να σου χαϊδεύει ο ανοιξιάτικος ήλιος το μάγουλο… Τεντώθηκα νωχελικά και χάζεψα για κάνα πεντάλεπτο, ίσως δεκάλεπτο το λευκό ταβάνι.

Τι να έκανα σήμερα; Δεν είχα πλάνο. Είναι η μόνη μέρα της εβδομάδας, που της επιτρέπω απλά να συμβεί. Χωρίς πλάνο. Όλες οι άλλες έχουν άγχος, τρέξιμο, ρολόγια… Αυτή όχι. Κρατάει την ισορροπία, παραμένοντας πεισματικά χαλαρή και απρογραμμάτιστη. Σαν να βγάζει ευθαρσώς τη γλώσσα στις υπόλοιπες…

«Ας βγω, είπα, να περπατήσω στην παραλία. Είναι τόσο ωραία μέρα…» Ντύθηκα, ετοιμάστηκα, πήρα κι ένα κριτσίνι στο χέρι και βγήκα.

Ο φούρνος απέναντι από το σπίτι μου ήταν ανοιχτός. Περίεργο. «Αυτοί είναι πάντα κλειστοί τις Κυριακές», σκέφτηκα,» Τι έπαθαν σήμερα ? Ίσως έχουν ετοιμασίες. Ποιος ξέρει?». Έστριψα από τη γωνία και βγήκα στο δρόμο. Κίνηση, περαστικοί, αυτοκίνητα… «Μα τι γίνεται σήμερα; Γιατί τέτοιος χαμός; Είναι κανένας Μαραθώνιος;» Ανοιχτό και το φαρμακείο… «Θα εφημερεύει φαίνεται», αυτο- καθησυχάστηκα. Κι όμως, λίγο πιο κάτω ανοιχτό και το προποτζίδικο, και το μαγαζί με τις αντίκες..! «Απίστευτο! Πώς είναι δυνατόν; Μήπως δεν είναι Κυριακή; Μήπως μπερδεύτηκα και είναι Δευτέρα; Ω, Χριστέ μου! Θα με ψάχνουν στη δουλειά..! Πήγε κιόλας 11! Την έβαψα… Μα, δεν μπορεί. Ονειρεύομαι! Τώρα θα με τσιμπήσω και θα ξυπνήσω.»

Με τσίμπησα. Και τίποτα. Όλα ίδια. Δεν ήταν εφιάλτης… Ή μάλλον είναι. Εφιάλτης.

Η δημιουργία των 7 ημερών

του Χρήστου Καραντωνίου

Λίγο πριν από την ύπαρξη του κόσμου, ο Θεός βαριόταν και αποφάσισε να δημιουργήσει το σύμπαν για να περάσει η ώρα. Φυσικά, άσχετα με το τι λένε τα βιβλία, πριν δημιουργήσει το φως, έπρεπε να δημιουργήσει τον ίδιο τον χρόνο. Έφτιαξε λοιπόν για αρχή την Δευτέρα, έριξε μια γερή κλοτσιά στον χρόνο και αυτός άρχισε να κυλάει με εκνευριστική συνέπεια. Μετά ασχολήθηκε με το φως κ.τ.λ.

Την επόμενη μέρα, αφού έφτιαξε εκ του μηδενός την Τρίτη, ασχολήθηκε με την γη, τον ουρανό και τα νερά, δημιουργώντας έτσι το πρώτο και το μεγαλύτερο αυθαίρετο όλων των εποχών, αφού η ιδιοκτησία του ήταν όλη η ύπαρξη και δεν την είχε δηλωμένη πουθενά.

Την επόμενη μέρα ο Θεός ήταν κάπως κουρασμένος και αποσυντονισμένος, μιας και ονόμασε την Τρίτη ημέρα Τετάρτη, αλλά ήταν ένα μικρό πρόβλημα που δεν τον απασχόλησε και πολύ. Έφτιαχνε φυτά, μόνο που χρησιμοποίησε σχεδόν όλα του τα χρώματα στα λουλούδια και του έμεινε μόνο πράσινο και καφέ για τα υπόλοιπα, αλλά τα ξόδεψε και αυτά στα δέντρα. Παράλληλα φύτεψε και δυο χόρτα δίπλα στου παράδεισου την πόρτα, αλλά δεν ήταν και πολύ καλή καβάτζα, γιατί τα βρήκαν οι άγγελοι του και έκαναν και γαμώ το κεφάλι.

Το ξημέρωμα της επόμενης μέρας τον βρήκε να φτιάχνει πλασματάκια, κάτι που τον ευχαριστούσε πάρα πολύ. Έφτιαξε ψάρια και πουλιά. Πέρασε όλο του το απόγευμα να ακούει τα παράπονα του χταποδιού, γιατί, όχι μόνο το έκανε να είναι πεντανόστιμο, αλλά η μόνη άμυνα που του έδωσε ήταν το μελάνι, κάτι πολύ χρήσιμο για τις πένες, αλλά όχι αν θες να αποφύγεις να σε μαγειρέψουν με πένες.

Το βραδάκι έκατσε και έφτιαξε έντομα. Δημιούργησε την μέλισσα για να δείξει τις αρετές της ομαδικότητας και της σκληρής εργασίας. Έφτιαξε την πεταλούδα για να δείξει πως η ομορφιά μπορεί να κρύβεται παντού. Έφτιαξε και την πασχαλίτσα μόνο και μόνο για να μοιράζει χαμόγελα όπου προσγειώνεται, όταν ξαφνικά έλαβε ένα μήνυμα από την κοπέλα του. ‘’Δεν θέλω να βρισκόμαστε άλλο, καλύτερα να το λήξουμε’’, του έλεγε. Ο Θεός στεναχωρήθηκε πάρα πολύ γιατί του άρεσε τρομερά εκείνη η κοπέλα, μα δεν σταμάτησε να δουλεύει. Έφτιαξε τα κουνούπια, τις σφήγκες, τις μύγες και όλα τα άντε γαμήσου του κόσμου.

Την Παρασκευή ήταν λίγο πιο ήρεμος και συνέχισε να φτιάχνει ζωάκια. Προσπαθούσε να φτιάξει την διάθεσή του δημιουργώντας της γάτες, τα λαγουδάκια και τους σκύλους, αλλά συχνά –πυκνά έμπαινε η σκέψη της πρώην κοπέλας του και ο τρόπος που τον χώρισε στο μυαλό του και του ξέφευγε κανένα φίδι, κανένας αλιγάτορας και τέτοιες ομορφιές. Ωστόσο, έπαιρνε γρήγορα τον έλεγχο των πράξεών του και συνέχιζε τις δημιουργίες. Το τέλος της μέρας τον βρήκε να έχει φτιάξει μια απίστευτη ποικιλία πλασμάτων, άλλα όμορφα και θαυμαστά και άλλα αληθινούς, ζωντανούς εφιάλτες.

Το Σάββατο έφτιαξε ένα άβαταρ από χώμα και το αμόλησε να παίζει με τα ζωάκια του. «Είσαι κούκλος!» φώναζε στο άβατάρ του ο Θεός και αυτό έδειχνε να κολακεύεται. ‘’Μπορώ και καλύτερα’’, σκεφτόταν ο Θεός από μέσα του. ‘’Ίσως δοκιμάσω ξανά αργότερα’’.

Όταν είχε τελειώσει με το σύμπαν του, ο Θεός ήταν σωματικά και ψυχικά ράκος. Δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει και έτσι δημιούργησε την Κυριακή για να ξεκουραστεί. Και μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει; Όλοι δεν αξίζουν μια Κυριακή;

Και μετά ήρθαν οι τύψεις

του Γιάννη Τρουάντη

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει.[…]
Και ή πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει ή ομορφιά…
                                                                                                                                                                                 (Μάνος Χατζιδάκις)

«Γύ-ρι-σα!» ακούστηκε η φωνή του ρυθμική σαν τραγούδι. Αν ήξερε όμως τι θα ακολουθούσε δε θα ήταν τόσο ευδιάθετος.

«Μπαμπά, μπαμπά, κλείσε τα μάτια σου, σου έχω μια έκπληξη!», αναφώνησε στο άκουσμά του η οχτάχρονη κόρη του που έτρεξε να τον προϋπαντήσει και να εισπράξει μια αγκαλιά κι ένα φιλί.

«Καλώς τον!» τον υποδέχτηκε κι η σύζυγός του από την κουζίνα που μαγείρευε το δευτεριάτικο, για να συμπληρώσει από τη θέση της «Έχει ζεστό νερό, κάνε ένα ντουζάκι να χαλαρώσεις.»

Είχε ήδη βγάλει τα -παροπλισμένα για δώδεκα χρόνια- ορειβατικά του μποτάκια και περίμενε.
«Τα-νταχ!» φώναξε η μικρή κι έδωσε το σύνθημα για ν’ ανοίξει τα μάτια του· την αντίκρισε με κρεμασμένες στα κοντά χεράκια της τσάντες με ψώνια.

«Δες τι μου αγόρασε η νονά για την αυριανή γιορτή μου! Ήταν ανοιχτά τα μαγαζιά σήμερα!» είπε όλο χαρά.

Ένας κόμπος στο λαιμό, ένα πετάρισμα στα μάτια, ένα εξ οικείων βέλος στην καρδιά. Κατέφυγε στο μπάνιο προσποιούμενος ότι δεν κρατιέται. Όταν έμεινε μόνος πλησίασε το είδωλό του στον καθρέφτη που τον κοιτούσε αναγνωριστικά.

«Γιατί σήμερα;» μονολόγησε με καταβαραθρωμένο ηθικό προς τον καθρέφτη που τον κοίταζε αμίλητος.
Αναπόλησε την εξέλιξη της ημέρας. Τη λαχτάρα για την επανένωση -δώδεκα χρόνια μετά- της αναρριχητικής σχοινοσυντροφιάς που την είχε δέσει η αγάπη για τη φύση και ιδιαίτερα για το βουνό, την ακούσια απουσία της Ζωής που δεν μπόρεσε να ακούσει τη φωνή της καρδιάς της και να τους ακολουθήσει, καθώς ήταν προσφάτως προσληφθείσα σε εμπορικό κατάστημα που άνοιξε την Κυριακή, την ορειβασία που εξελίχτηκε σε συμμετοχή σε διαδήλωση ως έμπρακτη συμπαράσταση στη φίλη τους.

Γιατί έκριναν ότι αν δεν έκαναν αυτό που ο σύγχρονος ηθικός πολιτισμός επέβαλλε ως αυτονόητη υποχρέωση κι απόδειξη έμπρακτης αλληλεγγύης κι αγωνιστικής διάθεσης, δε θα είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν τη συνδρομή των άλλων όταν θα ερχόταν η σειρά τους να πληγούν -κι αυτό το τελευταίο ήταν τόσο βέβαιο όσο ο θάνατος, σε μια κοινωνία που υφίστατο συντριπτικά τις συνέπειες του καπιταλισμού της καταστροφής, με τους εκάστοτε κυβερνώντες, άβουλα υποχείρια ενός φαύλου συστήματος έξωθεν διακυβέρνησης.

Ξαφνικά, στη θέση του ειδώλου εμφανίστηκαν οι συνοδοιπόροι του, σαν ένορκοι που έχουν προειλημμένη την καταδικαστική απόφασή τους. Τι να απολογηθεί για το ακαταμάχητο γεγονός ότι την ώρα που αυτοί ομόθυμα εγκατέλειπαν στη μέση τον ορειβατικό περίπατο που με τόση όρεξη είχαν σχεδιάσει και κατέληγαν να διαδηλώνουν κατά της εργασίας την Κυριακή, το οικογενειακό του περιβάλλον τον εξέθετε ανεπανόρθωτα με τις κυριακάτικες αγορές του, θαρρείς και χάθηκαν οι άλλες μέρες ή τέλειωσαν οι εκπτώσεις;

Μετά εμφανίστηκε η Ζωή να κινδυνεύει να πνιγεί και παρά τις ικεσίες για βοήθεια κάποιο χέρι την έσπρωχνε όλο και πιο βαθιά.

Τότε αχνοφάνηκε μια αποκρουστική μορφή που του έμοιαζε αδρά κι ενστικτωδώς τραβήχτηκε πίσω.

Και μετά πάλι το είδωλό του βλοσυρό κι ασυγκίνητο αυτή τη φορά, έτοιμο να του αποδώσει κατηγορίες, δίκην εισαγγελέως.

«Τι αποκρουστικά θλιβερός είσαι!» ξεσπάθωσε.
«Υπεραμύνεσαι για μια αλληλέγγυα συμπεριφορά που επέδειξες συγκυριακά και παραπονιέσαι γιατί το παιδί σου -για την αγωγή του οποίου, άλλωστε, ΕΣΥ είσαι ο κύριος υπεύθυνος- δεν υιοθετεί μια συμπεριφορά που ποτέ δεν του δίδαξες. Παραβλέπεις πως αν δεν ήσουν με τους φίλους σου, το πιθανότερο είναι να συνοδεύατε οικογενειακώς τη μικρή και την αδελφή σου, νονά της, στην αγορά για να εκμεταλλευτείτε -τάχα- τα ανοιχτά μαγαζιά την Κυριακή· δε θα σκεφτόσουν διόλου πόσο αλλοτριωμένοι είστε, με τις προτεραιότητες που βάζετε, καθώς όχι μόνο δεν θα εκμεταλλευόσασταν τη μέρα για να πάτε μια βόλτα ή εκδρομή μέρα Κυριακή αλλά θα στερούσατε την ευκαιρία αυτή κι από άλλους που θα το ’θελαν αλλά θα ήταν όμηροι επισφαλών συνθηκών εργασίας. Μη γελιέσαι· ανήκεις και συ σ’ αυτούς που ζουν υποταγμένοι σε ξενόφερτα καταναλωτικά πρότυπα και είναι συνένοχοι -έστω από αμέλεια- στην επαναφορά συνθηκών εργασιακού μεσαίωνα με τη στήριξη στρεβλών πολιτικών για την εξυγίανση της επιχειρηματικότητας.»

Ξαφνικά βυθίστηκε σε σκοτοδίνη και δεν άκουγε πια το είδωλό του να συνεχίζει το δριμύ κατηγορώ του· αντίθετα, άκουσε τον εαυτό του να τραγουδά

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
μοίρασαν δώρα οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά
την πέμπτη μέρα.
………………………

«Μπαμπά, η μαμά ρωτάει αν είσαι καλά.» Απορροφημένος στις βασανιστικές σκέψεις του, άκουσε μόλις τη δεύτερη φορά την κόρη του να τον καλεί ανήσυχη χτυπώντας την πόρτα.

«Καλά είμαι, Αθανασία μου» είπε πιέζοντας τον εαυτό του να συμπεριφερθεί όσο πιο φυσιολογικά μπορούσε.

Βγήκε μετά λίγη ώρα, φανερά ανανεωμένος. Αφού ντύθηκε, πήγε και στάθηκε στην είσοδο του παιδικού δωματίου.

«Κυριακή, …ναι, σε σένα μιλώ δεσποινίς μου. Ξέχασες πως η νονά σου σου έδωσε κι αυτό το όνομα γιατί ήρθες στη ζωή τη μέρα που είναι αφιερωμένη στην αγία, έπειτα από μια περιπετειώδη εγκυμοσύνη της μαμάς; Από δω και πέρα, αποφάσισα τις Κυριακές να σε φωνάζω μόνο με το δεύτερο βαφτιστικό σου για να θυμόμαστε συνέχεια πόσο ξεχωριστή πρέπει να είναι αυτή η μέρα, όπως είσαι κι εσύ για μας. Λοιπόν, λέω την επόμενη Κυριακή να πάμε, όλοι μαζί, εκδρομή σε χιονοδρομικό!»
………………………………………………
Φεβρουάριος 2016

Για να σου κρατώ το χέρι

Λογοτεχνικό ψευδώνυμο: Μαργαρίτα Έψιλον

(για το αγόρι που γνώρισα μια Κυριακή κάτω από μια πόρτα)

Η Κυριακή είναι για να σου κρατάω το χέρι,

να σε γλείφω,

να ξυπνάμε μαζί και να ακούω το γέλιο σου.

Δεν είναι για τα αφεντικά.

Αυτούς που θέλουν να μας τα στερήσουν όλα αυτά, μαχόμενοι με λύσσα κάθε μέρα τον έρωτα.

Αυτούς που θέλουν να μας κλείσουν ξεχωριστά τη μία απ’ τον άλλο μέσα σε γκρίζα κουτιά να δουλεύουμε

Που δεν κοίταξαν ποτέ πραγματικά τα μάτια του συντρόφου τους.

Αυτές που δεν κατάλαβαν καν τι είναι Κυριακή!

Που δεν ένιωσαν τι είναι να κρατάς απλά το χέρι της άλλης.

 

Και σήμερα είναι Κυριακή αγάπη μου,

αλλά δε σου κρατάω το χέρι

Και χθες το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε μαζί και κρύωσα

Έλα λοιπόν την επόμενη Κυριακή να την περάσουμε μαζί

να κοιμηθούμε αγκαλιά από το προηγούμενο βράδυ,

να ξυπνήσουμε , να κάνουμε έρωτα,

κι ύστερα βόλτα στην παραλία

με τα πόδια μας γυμνά στην άμμο

και τα χέρια μας κρατώντας το ένα τ’ άλλο να φιλιούνται.

Κι έπειτα να πάμε στην πόλη και να γράψουμε συνθήματα στους τοίχους

γυμνές κρατώντας μόνο ένα πινέλο.

Επισφραγίζοντας κάθε σύνθημα με ένα μας φιλί.

Τι όμορφα θα είναι!

 

Γι αυτό κι εγώ θα παλέψω για σένα, για μας, για όλες.

Θα κατέβω στην πορεία

θα φωνάξω

θα γεμίσω την πόλη συνθήματα

δε θα δεχθώ ποτέ να δουλέψω Κυριακή

και σαν αντίδραση θα σε αγαπώ κάθε Κυριακή και περισσότερο

 

Για να μπορέσουν όλες οι ερωτευμένοι να πάνε μια βόλτα την Κυριακή στη θάλασσα,

να κοιταχτούν στα μάτια και να κρατήσουν απλά τα χέρια τους.

Γιατί Κυριακή σε γνώρισα, πριν δύο κιόλας χρόνια

γιατί μαζί σου, αγάπη μου γυμνή, κάθε μέρα είναι Κυριακή

Και σε αγαπώ κάθε Κυριακή και περισσότερο.